Το Σάββατο 18 Απριλίου έκανε πρεμιέρα η εκπομπή «Πάμε Βόλτα;» με παρουσιάστρια τη Νίκη Λυμπεράκη, η οποία προβάλλεται στη συχνότητα του Mega. Το κόνσεπτ της συγκεκριμένης εκπομπής είναι να φιλοξενεί έναν άνθρωπο από τον χώρο των Τεχνών, των Γραμμάτων, της Επιστήμης και του Αθλητισμού και ουσιαστικά μέσα από μια προσωπική αφήγηση, να ξεδιπλώνεται η πορεία της ζωής του, πέρα από τίτλους, ρόλους και στερεότυπα. Καλεσμένη της Νίκης Λυμπεράκη αυτή την εβδομάδα ήταν η γνωστή ηθοποιός Μάρω Κοντού, την οποία γνωρίσαμε μέσα από τις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η επιλογή και μάλιστα για πρώτη καλεσμένη, καθώς η Μάρω Κοντού είναι ένα πρόσωπο που έσπασε πολλά ταμπού και στερεότυπα εκείνης της εποχής. Η ίδια λοιπόν αφηγήθηκε την ιστορία της ξεκινώντας φυσικά από τα παιδικά της χρόνια, αλλά και με το πώς αποφάσισε να ασχοληθεί με την τέχνη. Το αφιέρωμα δεν είναι μια απλή συνέντευξη. Είναι μια περιήγηση σε χώρους γνώριμους των καλεσμένων, έτσι ώστε να έχουν τη δυνατότητα να αφηγούνται με κάθε λεπτομέρεια τα όσα έχουν ζήσει.


Η κυρία Κοντού εξομολογήθηκε ότι η επαφή της με την τέχνη ξεκίνησε στην ηλικία των 14άρων όταν η μητέρα της αποφάσισε να τη στείλει σε μια σχολή χορού για να εξασκηθεί και να βελτιώσει τη στάση του σώματός της. Χαρακτηριστικά δήλωσε: «Το ταξίδι με την τέχνη ξεκίνησε όταν ήμουν 14 ετών. Σε έναν χρόνο περίπου, πήρα 11 πόντους και άρχισα να σκύβω και να ντρέπομαι. Χέρια, πόδια, μου φαίνονταν μεγάλα και μακριά. Η μαμά μου αποφάσισε να με στείλει σε μια σχολή χορού για να ασκηθώ και να φτιάξω το κορμί μου. Εκεί έγινε η μεγάλη αγάπη με τον χορό».

Αν και η μητέρα της ήταν εκείνη που την «έσπρωξε» σε αυτή την κατεύθυνση, η ίδια είπε ότι η οικογένεια της αντέδρασε όταν αποφάσισε να κυνηγήσει το όνειρό της. Μάλιστα τα λόγια που της είπε η γιαγιά της όταν της ανακοίνωσε ότι πήρε υποτροφία στο εξωτερικό τη σημάδεψαν και τα εσωτερίκευσε επηρεάζοντας την μετέπειτα στάση και συμπεριφορά της απέναντι σε καταστάσεις και ανθρώπους, έτσι ώστε να αποφύγει να την κρίνουν όπως η γιαγιά της. Η Μάρω Κοντού ανέφερε σχετικά: «Τελείωσα τη σχολή, μου έδωσαν μια υποτροφία για το εξωτερικό και όταν το άκουσε αυτό η μαμά μου, μου είπε: Ποιο εξωτερικό; Τελειώνεις το Γυμνάσιο, τελειώνεις τη σχολή και πας να δουλέψεις, όπως δουλεύω εγώ και η αδελφή σου. Τυχαία πάλι, ευτυχώς, ζητούσε ο Ροντήρης κοπέλες για τον Χορό του Εθνικού Θεάτρου και πήγα έδωσα και εγώ εξετάσεις. Κράτησαν τις 20 από τις 60, ήμουν και εγώ μέσα.  Η μαμά δεν είχε τόσο μεγάλη αντίρρηση, όσο η γιαγιά μου. Είπε ότι είμαι ένα πουτ@@@κι, γύρισε την πλάτη της και πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιο της. Αυτό εγώ το ‘φερνα μαζί μου, βέβαια, πολλά χρόνια. Δηλαδή να είμαι πολύ σοβαρή, να μην χαμογελάω, να μην χαιρετάω, να είμαι απόμακρη. Για να μην πουν αυτό που είπε η γιαγιά μου».

Τελικά, οι λέξεις δεν είναι απλώς λόγια που λέμε, έχουν και το αντίστοιχο βάρος και πολλές φορές τα κουβαλάμε μέσα μας, ειδικά όταν προέρχονται από δικά μας πρόσωπα. Και μην έχουμε στο νου μας ότι τέτοιου είδους σχόλια δεν γίνονται ακόμη και σήμερα. Η πατριαρχία και τα έμφυλα στερεότυπα είναι ακόμη εδώ και καραδοκούν στη γωνία. Όμως, ας κρατήσουμε το πιο σημαντικό. Η Μάρω Κοντού έκανε τα όνειρα της πραγματικότητα και απέδειξε ότι είναι ένας άνθρωπος που πήγε κόντρα στα πρέπει.

Συντάκτης: Μαρία Μωραΐτη