Στα 3 eBook το 1 δώρο με το εκπτωτικό κουπόνι 3for2! Ανακάλυψέ τα!

desktop7

Κάθεσαι ανέμελα κι απολαμβάνεις τη ζωή σου. Έχεις τους φίλους σου, έχεις τη δουλειά σου, τα χόμπι σου, το σκυλάκι το γατάκι το ψαράκι σου και όλα κυλούν ζάχαρη κι ηλιαχτίδα. Νιώθεις ότι η ζωή σου έχει μπει σε μια ροή, έχεις ένα πρόγραμμα, κοινωνική ζωή τόση όση και τα λοιπά. Κάποια στιγμή λοιπόν αρχίζει ένας θόρυβος στη σκέψη σου, σαν κάτι να σου λείπει. Στην αρχή μπορεί να το λες «μοναξιά». Το αγνοείς για μερικές μέρες και έρχονται και πάλι οι ηλιόλουστες στιγμές, ή μάλλον το ουράνιο τόξο μετά την μπόρα. Ξέχασα να σου πω, ότι σε όλη αυτή τη συνθήκη μπορεί να παίζει και κάτι πονηρό από δω κι από εκεί, δεν το αποκλείουμε.

Δεν είναι ότι ξυπνάς μια μέρα κι αποφασίζεις ότι ερωτεύτηκες. Όχι μάι φρεντ, αυτό δεν είναι δική σου ακριβώς απόφαση. Γιατί αν ήταν σιγά μην έβαζες τα χεράκια σου να βγάλεις τα ματάκια σου. Εξηγούμαι. Κάποια στιγμή στη ζωή σου έχεις την ανάγκη να ερωτευτείς με τον ίδιο τρόπο που έχεις ανάγκη να αναπνεύσεις. Αυτή η ανάγκη συνήθως ζωγραφίζεται σε ένα πρόσωπο που συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά που συνήθως γουστάρουμε. Ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να ξέρουμε τι ακριβώς ερωτευόμαστε. Ειδικά, όταν πρόκειται για κάποιον που ξέρουμε μόνο μέσα από ορισμένες πτυχές, ερωτευόμαστε κυρίως αυτό που φανταζόμαστε ότι μπορεί να είναι η σχέση μας μαζί του. Δεν είναι νόμος προφανώς, είναι μια πρόταση για εσένα και για εμένα και για σένα και για όποιον (ξέρει αυτός ποιος είναι) που έχουμε τέτοια βιώματα.

Καλά δεν ήμασταν στην προγραμματισμένη συνθήκη της ζωής μας; Εκείνη που τη λέγαμε τότε ηλιαχτίδα; Που δεν είχε εκπλήξεις και καρδιογραφήματα; Τέλεια ήταν. Τι τον κάλεσες τώρα αυτόν τον έρωτα εδώ πέρα και μάς έκανε άνω κάτω, δεν μπορώ να καταλάβω. Γιατί έτσι είναι αυτός. Είναι σαν αυτούς τους φίλους που τους βλέπεις μια στο τόσο, αυτοπροσκαλούνται σπίτι σου και εσύ είσαι περιχαρής γιατί αφενός έχεις καιρό να τους δεις, αφετέρου ξέρεις ότι θα περάσεις ένα τέλειο βράδυ μαζί τους. Αν ο έρωτας λοιπόν ήταν άνθρωπος, θα ήταν αυτός που σε κάνει να μην καταλαβαίνεις πώς περνάει ο χρόνος μαζί του, που σε παρασέρνει να παίξεις τα πιο νοσταλγικά παιδικά παιχνίδια, να βγεις έξω από τον εαυτό σου και να χαθείς λίγο μέσα στην όμορφη παράνοιά του.

Πρακτικά, αυτό θα σήμαινε -για το σπίτι σου- αναποδογυρισμένους καναπέδες που στη φαντασία σας εκείνη την ώρα είναι οχυρό με εσάς να κάνετε τους ιππότες έχοντας φτιάξει πανοπλία με εφτά κιλά αλουμινόχαρτο. Χαλιά στους τοίχους για λάβαρα, κέτσαπ στην καρδιά για αίμα και γενικώς επιμέλεια-σκηνοθεσία εσύ και το άτομο. Μέχρι που έρχεται το επόμενο πρωί -το σπίτι σύσκατο-  και σε ξυπνάει, σε φιλάει σταυρωτά και με ένα τεράστιο κι ειλικρινές χαμόγελο σου λέει «Φεύγω τώρα. Γεια!». Και μένεις να μαζέψεις μόνος σου τον χαμό που αφήσατε πίσω σας το προηγούμενο βράδυ, μες στα νεύρα από τη μία αλλά και νοσταλγία για το πότε θα ξαναπεράσεις τόσο μα τόσο όμορφα και τόσο μα τόσο έντονα.

Τεράστιο το παράδειγμα, ωστόσο είναι αρκετά χαρακτηριστικό της παράνοιας του έρωτα. Γιατί δεν είναι μόνο παρανοϊκός. Είναι κι αγενής. Έρχεται και φεύγει όποτε τού γουστάρει, δε σε ρωτάει. Και το καλύτερο; Δε σου εγγυάται αμοιβαιότητα. Είναι ίσως »η πιο αποδεκτή κοινωνικά μορφή παράνοιας» κι αποτελεί μια παγκόσμια σταθερά με την οποία λίγο πολύ ταυτιζόμαστε όλοι. Είναι μεγαλύτερη σταθερά, ακόμη κι από την αγάπη.

Το πόιντ μάι φρεντ είναι ότι ερωτευόμαστε κατά μόνας. Τον ίδιο τον έρωτα πρωτίστως. Αν μέσα σε αυτή τη συνθήκη είμαστε τυχεροί και χτύπησε και την πόρτα του άλλου πέρα από τη δική μας, τότε μιλάμε για αμοιβαία βαρελότα και στρακαστρούκες. Τέτοιοι αμοιβαίοι έρωτες δεν είναι πολλοί. Είναι πολλοί ωστόσο αυτοί που θα σε διαβεβαιώσουν πως πρόκειται για τέτοιους. Γιατί κοινωνικά καταλαβαίνουμε τη βαρύτητά του και κανείς μας δε θέλει να είναι αυτός που έμεινε στο «διαβάστηκε» από τον έρωτα. Ερωτευόμαστε το μέλλον στον άλλον και το παρόν σε εμάς. Υπό μία έννοια, πρόκειται για την ανάγκη να ερωτευτούμε τον εαυτό μας από την αρχή.

«Love is just a word until someone comes and gives meaning to it» λέει ο Coelho. Συμφωνούμε σε όλα εκτός από αυτά στα οποία διαφωνούμε. Κι αυτά αφορούν το ποιος δίνει νόημα στη λέξη έρωτας. Εμείς το δίνουμε το νόημα παιδιά. Εμείς και μόνο. Ο άλλος ο έρμος μπορεί και να μην έχει ιδέα. Μπορεί και να μην πιάνει καν το νόημα, ακόμη κι αν θέλει να το πιάσει. Κι αυτό γιατί ο έρωτας, όπως είπαμε, είναι ατομική υπόθεση. Και καμιά φορά απλώς τυχαίνει το νόημα που δίνουμε εμείς να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα του άλλου.

Από την άλλη, όταν ερωτεύεσαι τις πιο καθημερινές καταστάσεις που γουστάρεις και που μπορείς να ορίσεις, τότε μιλάμε για μια ιδανική συνθήκη. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο έρωτας έρχεται επειδή τον καλείς, επειδή είσαι ανοιχτός σ’ αυτόν κι επειδή δεν αφορά μια άγνωστη ή υποκειμενική κατάσταση. Δε χρειάζεται να σε ερωτευτεί πίσω η δουλειά σου. Αυτή θα είναι εκεί, σαν καλός αγαπημένος και της αρκεί που την έχεις ερωτευτεί εσύ. Το ίδιο με το χόμπι ή το άθλημά σου. Το νόημα που δίνεις εσύ σε τέτοιους έρωτες ανταποκρίνεται στη δική σου πραγματικότητα και μόνο. Γιατί πρόκειται για συνθήκες με τους ίδιους ξεκάθαρους κανόνες για όλους.

Τα δύσκολα έρχονται όταν ο έρωτας απευθύνεται σε μια άλλη ανθρώπινη οντότητα όπως κι εσύ, με δικές της σκέψεις, δικές της συνθήκες, δικές της ανάγκες για έρωτα. Από ‘κει και πέρα όπως λένε κι οι γιατροί «μπορούμε μόνο να ελπίζουμε». Γι’ αυτό μάι φρεντ, απόλαυσε την ηλιαχτίδα σου όσο περισσότερο μπορείς. Μη βιάζεσαι για τίποτα. Ούτως ή άλλως αν έρθει, ακάλεστος θα έρθει και πάλι. Να ελπίζεις μόνο να είναι από αυτούς που τουλάχιστον θα σε βοηθήσουν να μαζέψεις τον χαμό.

Το ρεζουμέ; Ο έρωτας δεν είναι απλώς μια συνθήκη που υπάρχει στη σχέση σου με τον άλλον. Αφορά περισσότερο τη σχέση τη δική σου με τον ίδιο τον έρωτα. Επομένως η σχέση σου με τον άλλον είναι περισσότερο σχέση ανάμεσα σε 4. Εσύ με τον έρωτα κι ο άλλος με τον έρωτα. Το θέμα είναι αν θα καταφέρουν να ερωτευτούν κι οι έρωτές σας μεταξύ τους. Περίεργη εικόνα, αλλά είπαμε. Πρόκειται για την πιο αποδεκτή μορφή παράνοιας. Κι αν δεν το πιστεύεις από εμένα, το είπε καλύτερα ο Bob Dylan: “You can never be wise and be in love at the same time”.

Συντάκτης: Μαρία Χριστίνα Μαγκανάρη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου