Article of the day: Γνωρίστε τη νέα pillowfighter Δέσποινα Ζαρπίδου στο πρώτο της άρθρο. Διάβασέ το εδώ!

4tttr

Τι αποτελεί δείγμα ανεξαρτησίας κι ωριμότητας; Ίσως το γεγονός ότι μπορεί να φροντίσει κανείς τον εαυτό του; Έχοντας μια δουλειά (ιδανικά που να μας ικανοποιεί), βγάζοντας τα προς το ζην, μένοντας μόνοι μας, διαχειριζόμενοι την καθημερινότητά μας, τι θα φάμε, τι θα πιούμε πού θα κοιμηθούμε; Ναι, ίσως. Ταυτόχρονα όμως, δείγμα ανεξαρτησίας κι ωριμότητας αποτελεί και η διάκριση της χρυσής τομής ανάμεσα στο τι θέλουμε εμείς για εμάς, σε σχέση με το τι μπορούμε να κάνουμε τη δεδομένη στιγμή.

Εξηγούμαι αμέσως. Κάθε γενιά ανθρώπων ζει στη σκιά της προηγούμενης. Αναπόφευκτο αυτό, μιας και οι ίδιοι άνθρωποι που μας μεγαλώνουν αποτελούν τις οντότητες αυτής της σκιάς. Αντίστοιχα λοιπόν κι αυτοί αποτελούν τον τρόπο μεγαλώματος και τη νοοτροπία της προηγούμενης σκιάς και πάει λέγοντας. Μας κυνηγούν νοοτροπίες φυσιολογικού και στάτους, μιας και στη σύγχρονη ζωή το στάτους ενός ανθρώπου παύει να είναι η φυσική του δύναμη και το πόσα άγρια θηρία έφερε ως γεύμα πίσω στη σπηλιά. Αυτό το στάτους έχει αντικατασταθεί από το στάτους της εργασίας, της ιδιοκτησίας και της σεξουαλικότητας (πιο καινούριο κομμάτι αυτό το τελευταίο μιας και για πολλές δεκαετίες αποτελούσε -ή κι αποτελεί ακόμη- ταμπού).

Εν ολίγοις, μπορεί για πολλούς να υπάρχει αυτή τη στιγμή ο ρομαντισμός που θέλει να είμαστε ό,τι καταναλώνουμε πνευματικά, αλλά για τη σκιά του παρελθόντος που μας μεγάλωσε, εξακολουθεί να υπάρχει η πεποίθηση ότι είσαι αυτό που έχεις. Παιδιά, κακά τα ψέματα, δεν ξέρουμε τι μας γίνεται για πολύ καιρό. Ευτυχισμένος αυτός που έχει ακούσει το κάλεσμα από την ηλικία των πέντε- σας βγάζουμε το καπέλο και σας ζηλεύουμε με την καλή έννοια. Οι υπόλοιποι περνάμε αυτές τις διάφορες φάσεις στη ζωή μας που είμαστε από το ένα εργασιακό αντικείμενο στο άλλο, από τη μία σχέση στην άλλη, από το χόμπι α στο χόμπι β και παράλληλα αλλάζουμε και σπίτια σαν τα πουκάμισα, μιας και ο καλύτερος φίλος του φθηνού είναι το φθηνότερο.

Με πρόχειρους κι εντελώς υποκειμενικούς υπολογισμούς, το 90% των ανθρώπων γύρω μας δεν έχει ιδέα τι θέλει να κάνει με τη ζωή του. Το βρίσκεις ή το καλλιεργείς αυτό που θες να κάνεις; Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και για την ευτυχία. Τη βρίσκεις ή τη φτιάχνεις; Η πιο διαδεδομένη άποψη είναι πως η ευτυχία είναι επιλογή. Καθώς είναι μια ικανότητα του ανθρώπινου οργανισμού που εξαρτάται από την οπτική των πραγμάτων. Ωστόσο, είναι κάπως πολυτέλεια να βρισκόμαστε σε μια διαρκή αναζήτηση της ευτυχίας ή των συνθηκών που μας φέρνουν πιο κοντά σε αυτήν και να αναλωνόμαστε σε βίντατζ αντιλήψεις περί στάτους, ιδιοκτησιακό κι εργασιακό.

Ξανά εξηγούμαι. Υπάρχουν ορισμένες προσδοκίες (και καμιά φορά απαιτήσεις) από το περιβάλλον μας, το οποίο στο μακροεπίπεδο μπορούμε να το πούμε και κοινωνία με κάποιο τρόπο, της «καλής δουλειάς» και του «να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου». Και πράγματι, ωραία θα ήταν να υπάρχει αυτή η γραμμική σχέση στα πράγματα. Να έχεις βρει την καλή δουλειά και να καταφέρεις να αγοράσεις ένα σπίτι. Προς το παρόν, οριακά βέβαια αγοράζουμε το κεραμίδι, αλλά αυτό αφορά άλλη εκπομπή σε άλλο κανάλι. Υπάρχει ένα παράδοξο σε όλη αυτή την ιστορία. Παρ’ όλο που αυτή η νοοτροπία είναι παλιακή και φαίνεται πως δεν αφορά τον μέσο άνθρωπο των 30 κάτι στο σήμερα, για κάποιο λόγο εξακολουθεί να επικρατεί, μέσα σε μια παγκόσμια συνθήκη που μας θέλει φίλους της αλλαγής και της κίνησης (ακόμη και της μετακίνησης).

Κι αυτό το παράδειγμα ίσως αφορά πολύ περισσότερο την Ελλάδα του σήμερα, μιας και παραδοσιακά είμαστε τουλάχιστον 10 χρόνια πίσω στο τρένο της εξέλιξης σε σχέση με τις χώρες που αντιγράφουμε πιστά. Ίσως είμαστε από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που ιδιαίτερα το κομμάτι της ιδιοκτησίας υπάρχει κι εξακολουθεί να είναι και τόσο χοτ. Παρ’ όλες τις εισφορές εισοδήματος, παρ’ όλη τη φορολογία μάς φαίνεται μια καλή ιδέα να επενδύσουμε τα ωραία ζεστά (όχι και πάρα πολλά) λεφτάκια μας σε τέσσερις τοίχους. Ακόμη και το ρίσκο ενός δανείου μας φαίνεται πιο νορμάλ από το όπου γης και πατρίς του ενοικίου.

Σίγουρα η επιχειρηματολογία της ασφάλειας στέκει σε αυτή την αντίληψη. Ό,τι και να γίνει -εκτός κι αν μιλάμε για σεισμό 12,5 ρίχτερ- το σπίτι θα είναι εκεί να το κάνεις ό,τι σε φωτίσει ο πανάγαθος. Την ίδια στιγμή βέβαια που μιλάμε για εργασία εξ αποστάσεως, την ίδια στιγμή που ολόκληρες εταιρείες υιοθετούν το open space και τη δουλειά από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου. Είναι απόλυτα φυσιολογικό να μας ακολουθούν αυτές οι αντιλήψεις- κυρίως γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν και γιατί καλώς ή κακώς δεν μπορούμε να κλείσουμε απόλυτα μάτια κι αυτιά σε αυτό που οι τρίτοι προσδοκούν ή θεωρούν φυσιολογικό. Γιατί θέλουμε να ανήκουμε στους «φυσιολογικούς», σε αυτούς που έχουν «φυσιολογικούς» στόχους και μια φυσιολογική πορεία στη ζωή τους. Το γραμμικό μοντέλο δηλαδή που θέλει τη σειρά ως εξής: σχολείο-πανεπιστήμιο-δουλειά-σπίτι & οικογένεια- σύνταξη.

Ξεχνάμε όμως τα ενδιάμεσα κάπου στην πορεία. Το σπίτι του καθενός πρωτίστως είναι το μέσα του. Τι να το κάνεις το κεραμίδι πάνω από το κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου όταν γίνεσαι σκλάβος για να το αποκτήσεις; Μοναδικό αντεπιχείρημα σε αυτό βέβαια αποτελεί το να είναι πράγματι ένας στόχος ζωής για κάποιον. Τότε πάσο. Το πόιντ είναι ότι δεν υπάρχουν νόρμες και κανόνες, παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις και κυρίως σε περιπτώσεις που μπορούν να αποδειχτούν μέσω πειράματος. Τα υπόλοιπα είναι προϊόντα συνήθειας, ακόμη και η σκέψη και η νοοτροπία μας γύρω από κάτι.

Όλα καταλήγουν σε μια γενική αλλά ουσιαστική αλήθεια: γούστο και καπέλο του καθενός, το τι δουλειά θα κάνει, το αν θα μένει σε τροχόσπιτο ή σε ένα δυάρι στην Κυψέλη που θα προσπαθεί να ξεχρεώσει για τα επόμενα 40 χρόνια, ή αν θα αλλάζει σπίτι ή και περιοχή ανά τρία χρόνια. Το πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε να αναρωτηθούμε σε όλες τις αποφάσεις μας και πριν από αυτές είναι το γιατί. Κάθε φορά που η απάντηση σε αυτό το γιατί αφορά περισσότερο άλλους ανθρώπους και λιγότερο εμάς, απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο από την ουσία της πράξης. Η καλύτερη απάντηση σε αυτού του είδους τα γιατί, είναι το «γιατί έτσι»· είναι η μόνη που μας αφορά εξ ολοκλήρου. Salut.

Συντάκτης: Μαρία Χριστίνα Μαγκανάρη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου