Λέμε συχνά –ιδίως τώρα τελευταία–  ότι μια ταινία κινουμένων σχεδίων απευθύνεται και σε «μεγάλα παιδιά», όμως υπάρχει μια ταινία που καταφέρνει όχι μόνο να κερδίσει όλες τις ηλικίες αλλά και να διδάξει με τρόπο απλό και εύπεπτο γνωστική, αναπτυξιακή και κλινική ψυχολογία. Δε μιλάμε παρά για το «Inside Out» ή με τον ελληνικό τίτλο «Τα μυαλά που κουβαλάς».

Αν κάποιος δεν έχει δει την ταινία, καλύτερα να κλείσει το άρθρο και να τα πούμε πάλι μετά τη θέασή της γιατί προτιμώ να μου πέσει το παγωτό μου στο πάτωμα παρά να προδώσω την πλοκή μιας ταινίας. Στην προκειμένη όμως, θ’ αναγκαστώ να αναφερθώ σε σκηνές και στην ερμηνεία τους οπότε, αναπόφευκτα θα αποκαλύψω σημαντικά μέρη της· θεωρείστε το προειδοποίηση κι απειλή κι όσοι (κακώς) δεν την έχετε ήδη απολαύσει συνεχίστε με ιδία ευθύνη!

Η Pixar σ’ αυτήν την ταινία επιλέγει να πραγματευτεί, όχι τη ζωή μιας 11χρονης όταν μετακομίζει σ’ ένα νέο κι άγνωστο μέρος μακριά από την καλύτερή της φίλη, αλλά το πώς λειτουργεί το μυαλό της και πώς αντιδρούν τα συναισθήματα αυτού του κοριτσιού σε μια ομολογουμένως ιδιαίτερη κι απαιτητική φάση της ζωής της. Προσωπικά, δε θα έλεγα ότι με καλύπτει η ελληνική απόδοση του τίτλου καθώς βρίσκω τον αμερικάνικο πολύ πιο ταιριαστό κι εύστοχο μιας που στην ταινία όντως λαμβάνει χώρα μια τέτοια εστίαση στον εσωτερικό κόσμο της Riley που «το μέσα της» παίρνει ζωή σε αναλογίες μιας σύγχρονης μικρής κοινωνίας ή αν θέλετε «επιχείρησης».

Πρωταγωνιστές αυτής της ταινίας είναι τα συναισθήματά της: η Χαρά, η Λύπη, ο Φόβος, ο Θυμός κι η Αηδία. Αυτά είναι ταυτόχρονα και τα 5 από τα 6 επιστημονικά επικυρωμένα κι αναγνωρισμένα σε παγκόσμιο επίπεδο συναισθήματα -το έκτο είναι η έκπληξη. Ηγετική θέση στην πεντάδα μοιάζει να έχει η Χαρά, η οποία μάλιστα τείνει να περιορίζει όσο περισσότερο μπορεί τη Λύπη, τονίζει όμως τη σημαντική θέση των υπόλοιπων συναισθημάτων. Μήπως αυτό από μόνο του σας θυμίζει κάτι;

Για μένα αυτό ήταν το πρώτο μάθημα που πήρα από την ταινία κι είναι κάτι που ακόμα δυσκολεύομαι να διορθώσω. Συχνά προσπαθώ να «επιβάλω» στον εαυτό μου να μη νιώθει λύπη, να επιδιώξει να νιώσει χαρά αντί για θλίψη. Το βλέπω όμως και γύρω μου πόσο πολύ επικρίνουμε κάποιον που λυγίζει, με πόση μανία επιδιώκουμε όλοι να είμαστε «δυνατοί» αλλά και με πόση θέρμη καλωσορίζουμε τον θετικό κι ευδιάθετο άνθρωπο κι αποφεύγουμε κάποιον σκυθρωπό. Δεν έχουμε μάθει να είμαστε δεκτικοί στη θλίψη κι αυτό καταλήγει να δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα απ’ όσα λύνει. Μάλιστα, σε πρόσφατη έρευνά της η June Gruber αναφέρει πως η εμμονική αναζήτηση της ευτυχίας στην οποία πολλοί υποβαλλόμαστε καταφέρνει να μας κάνει δυστυχισμένους.

Στην ταινία υπάρχει ένα σημείο καμπής που εγείρει πολλές συζητήσεις όμως τονίζει την αναγκαιότητα όλων των συναισθημάτων στη ζωή μας. Η Χαρά υποχωρεί κι αφήνει τα υπόλοιπα συναισθήματα να καθοδηγήσουν τη Riley κι εκεί συμβαίνει κάτι αξιοσημείωτο. Η Λύπη «χρωματίζει» τις μνήμες της Riley -ακόμα και τις χαρούμενες- προκαλώντας ίσως αυτό που λέμε νοσταλγία, ενώ επίσης καταφέρνει να κάνει τη Riley χαρούμενη μέσα από έναν κάπως σύνθετο μηχανισμό, την ενσυναίσθηση. Καθώς η Riley εξωτερικεύει τη θλίψη που νιώθει, οι γονείς της τη συμπονούν και δείχνουν κατανόηση, αναζωπυρώνοντας το αίσθημα του ανήκειν αλλά και προφέροντας την αγάπη κι αποδοχή της οικογένειας -στοιχεία ζωτικής σημασίας για κάθε έναν από εμάς.

Η Λύπη γίνεται ίσως ο αγαπημένος αντι-ήρωας κι είναι λογικό όχι μόνο γιατί πρόκειται για το συναίσθημα με το οποίο όλοι οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους αλλά και γιατί καταφέρνει να αναδείξει τη σημασία που έχει για την ίδια την ευτυχία μας. Για παράδειγμα, όταν ο από καιρό ξεχασμένος φανταστικός φίλος της Riley, ο Μπινγκ Μπονγκ, αισθάνεται απογοητευμένος, είναι η ενσυναίσθηση της Λύπης που τον βοηθά ν’ ανακάμψει κι όχι η προσπάθεια της Χαράς να αποδώσει θετικά την απώλειά του.

Εδώ μάλιστα, μπορεί κανείς να επισημάνει και την αξία της κατάλληλης αντιμετώπισης μιας κατάστασης. Είναι σαν να πηγαίνει κάποιος σε κηδεία και για να μη στεναχωριούνται οι συγγενείς να λέει ανέκδοτα. Προφανώς κι είναι ανάρμοστο και καθόλου χρήσιμο. Ίσως σε άλλη στιγμή να βοηθούσε, όμως τη δεδομένη είναι αταίριαστο κι ενοχλητικό, αν όχι παρεξηγήσιμο. Αυτό ακριβώς συνέβη και με τη Χαρά και τον Μπινγκ Μπονγκ.

Ένα ακόμα σπουδαίο σημείο στην ταινία που διδάσκει είναι κι αυτό που επιτέλους η Χαρά αναγνωρίζει την αξία της Λύπης και την αποδέχεται. Οι ειδικοί σε θέματα συναισθημάτων αποκαλούν αυτή τη λειτουργία, που αποδεχόμαστε ένα συναίσθημα, «ενσυνείδητο ενστερνισμό». Αυτή η λειτουργία ουσιαστικά επιτρέπει σ’ ένα άτομο να παρατηρήσει ευγενικά το συναίσθημα χωρίς να το κρίνει ως τον σωστό ή λάθος τρόπο να αισθανθεί σε μια δεδομένη κατάσταση, δημιουργώντας χώρο για να επιλέξει μια υγιή απάντηση αντί να εγκλωβιστεί στο δράμα μιας συναισθηματικής αντίδρασης.

Όπως πολύ εύστοχα είπε ο Puschak, το Inside Out «είναι μια πολύ πιο λεπτή προσπάθεια κατανόησης των εσωτερικών λειτουργιών του μυαλού, κατάλληλη για μια μεταφροϋδική εποχή όπου μας ενθαρρύνουν ν’ αγκαλιάσουμε τα συναισθήματά μας αντί να βιαστούμε να κυριαρχήσουμε επάνω τους». Για μένα, αυτή η ταινία είναι μια καλή ευκαιρία για να συζητήσουμε τόσο με τους εαυτούς μας όσο και με τα παιδιά το πώς μπορούμε να διαχειριζόμαστε το θυμικό μας, ώστε να είμαστε ψυχικά υγιείς και πραγματικά ισορροπημένοι, αν όχι ευτυχείς.

 

Photo by disney.com

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Σουζάνα Ντεζούκι
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου