Μπορεί να ξεχάσεις πού άφησες τα κλειδιά σου, τι έφαγες την περασμένη Τετάρτη ή γιατί μπήκες στην κουζίνα πριν από τριάντα δευτερόλεπτα. Αλλά εκείνο το μαύρο μπουφάν που φορούσε κάποιος όταν σου είπε κάτι που δεν ήθελες ποτέ να ακούσεις; Το θυμάσαι καλύτερα κι από τον αριθμό του κινητού σου. Μαζί με το χρώμα των παπουτσιών του, το σημείο που στεκόταν και, αν η μνήμη έχει ιδιαίτερα κέφια, ακόμη και το ποτήρι που κρατούσε. Και κάπως έτσι, ενώ στην καθημερινότητα παλεύουμε να θυμηθούμε τέσσερα πράγματα από τη λίστα του σούπερ μάρκετ, ο εγκέφαλός μας αποφασίζει να διατηρήσει ένα πλήρες ενδυματολογικό αρχείο από μια ημέρα που θα προτιμούσαμε να μην είχε υπάρξει.
Πολύ εξυπηρετικό εκ μέρους του,ευχαριστούμε θερμά. Το περίεργο είναι πως εκείνη τη στιγμή κανείς δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για τα ρούχα. Δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη εμφάνιση, ούτε κάποιος λόγος να προσέξουμε τις λεπτομέρειες. Ήταν απλώς ένας άνθρωπος απέναντί μας. Μέχρι που είπε κάτι και ξαφνικά η πιο συνηθισμένη σκηνή απέκτησε τη σημασία που έχουν οι στιγμές που χωρίζουν τη ζωή μας σε «πριν» και «μετά». Και τότε, χωρίς να το καταλάβουμε, η μνήμη κράτησε μερικά εντελώς απρόσμενα ενθύμια.
Γιατί ο εγκέφαλος δε λειτουργεί σαν ένας τακτοποιημένος υπάλληλος αρχείου που κρατά μόνο τα χρήσιμα. Τα έντονα συναισθήματα μπορούν να επηρεάσουν όσα συγκρατούμε, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος σε ορισμένες λεπτομέρειες. Έτσι, ένα απλό φούτερ μπορεί να συνδεθεί με μια απογοήτευση, μια προδοσία ή μια κουβέντα που άλλαξε τον τρόπο που βλέπαμε κάποιον. Το αστείο είναι πως το ίδιο φούτερ μπορεί να κυκλοφορεί ακόμη ανυποψίαστο σε κάποιο πλυντήριο, χωρίς να γνωρίζει ότι πρωταγωνιστεί σε μια από τις πιο δυσάρεστες αναμνήσεις μας.
Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Εκείνη τη στιγμή που κάποιος μας πληγώνει, δεν ακούμε μόνο όσα λέει. Παρατηρούμε τον τρόπο που στέκεται, το βλέμμα του, την άνεση ή την αμηχανία του. Ψάχνουμε σχεδόν ασυναίσθητα να αναγνωρίσουμε τον άνθρωπο που πιστεύαμε ότι γνωρίζαμε. Πώς γίνεται κάποιος που πριν από λίγες ημέρες γελούσε μαζί μας στον καναπέ να στέκεται τώρα απέναντί μας και να μοιάζει τόσο ξένος; Ίδια χαρακτηριστικά, ίδια φωνή, ίδια αγαπημένα αθλητικά παπούτσια. Κι όμως, για πρώτη φορά, δεν είμαστε σίγουροι ποιον κοιτάζουμε. Ίσως γι’ αυτό ορισμένες εικόνες μάς ακολουθούν περισσότερο από τις λέξεις. Επειδή δεν αποτυπώνουν απλώς ένα περιστατικό, αλλά τη στιγμή που άλλαξε κάτι μέσα μας.
Βέβαια, υπάρχει και η γνωστή συνήθεια να αναλύουμε εκ των υστέρων όσα συνέβησαν. Εκείνη η εσωτερική συζήτηση που ξεκινά συνήθως την ώρα που πάμε να κοιμηθούμε, επειδή προφανώς στις δύο το πρωί είναι η ιδανική στιγμή για να επανεξετάσουμε μια παρεξήγηση του 2021.
«Γιατί δεν απάντησα διαφορετικά;», «Το εννοούσε πραγματικά;» ,«Μήπως το είχα καταλάβει από πριν;»
Και, κάπου ανάμεσα στις υποθετικές απαντήσεις που θα δίναμε αν είχαμε δεύτερη ευκαιρία, εμφανίζεται ξανά ολόκληρη η σκηνή. Με τα έπιπλα, τον φωτισμό και φυσικά τον πρωταγωνιστή με το αξέχαστο μπουφάν του. Μόνο που εδώ υπάρχει μια μικρή παγίδα. Όσο βέβαιοι κι αν είμαστε για μια ανάμνηση, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε λεπτομέρειά της είναι απολύτως ακριβής. Η μνήμη δεν είναι φωτογραφία που φυλάσσεται αναλλοίωτη σε ένα συρτάρι. Κάθε φορά που επιστρέφουμε σε κάτι, μπορεί άθελά μας να το ανασυνθέτουμε.
Υπάρχουν, επίσης, αντικείμενα που αλλάζουν εντελώς χαρακτήρα εξαιτίας μιας και μόνο εμπειρίας. Ένα άρωμα που κάποτε μας άρεσε μπορεί ξαφνικά να μας ενοχλεί. Ένα τραγούδι που ακούγαμε στο αυτοκίνητο μπορεί να αποκτήσει μια περίεργη μελαγχολία. Ένα εστιατόριο μπορεί να βγει από τη λίστα των αγαπημένων μας, παρόλο που εξακολουθεί να φτιάχνει εξαιρετική καρμπονάρα.
Κανείς δεν τα ρώτησε αν ήθελαν να συμμετέχουν στο προσωπικό μας δράμα. Απλώς έτυχε να βρίσκονται εκεί και ίσως αυτό να είναι το πιο παράδοξο με τις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν αφήνουν πίσω τους μόνο συναισθήματα, αλλά και μικρές, άσχετες μεταξύ τους λεπτομέρειες που αποκτούν δική τους ιστορία. Το ωραίο είναι πως με τον καιρό αυτές οι λεπτομέρειες μπορούν να χάσουν τη δύναμή τους. Μπορεί να δούμε το ίδιο μπουφάν σε μια βιτρίνα και να μη σκεφτούμε απολύτως τίποτα. Ή να θυμηθούμε για μια στιγμή εκείνη τη συζήτηση, χωρίς να αισθανθούμε την ανάγκη να την ξαναλύσουμε στο μυαλό μας. Κι αυτό είναι μια μικρή, αθόρυβη νίκη. Όχι επειδή σβήστηκε το παρελθόν, αλλά επειδή σταμάτησε να έχει τον πρώτο λόγο στο παρόν. Άλλωστε, δεν χρειάζεται να ξεχάσουμε έναν άνθρωπο για να πάψει να μας επηρεάζει. Ούτε να διαγράψουμε τις δυσάρεστες στιγμές για να δημιουργήσουμε καινούργιες, καλύτερες.
Μπορούμε να θυμόμαστε τι φορούσε, τι είπε, πού καθόταν και τι καιρό έκανε εκείνη την ημέρα. Και ταυτόχρονα να έχουμε προχωρήσει τόσο, ώστε όλα αυτά να μοιάζουν πια με σκηνές από μια παλιά ταινία που δεν έχουμε καμία διάθεση να ξαναδούμε. Γιατί, στο τέλος, η μεγαλύτερη αλλαγή δεν είναι να ξεχάσεις το χρώμα της μπλούζας του. Είναι να μπορείς να φορέσεις ξανά το ίδιο χρώμα χωρίς να σου θυμίζει εκείνον.
