Διάβασε το Μέρος Α’ εδώ.

 

Η Σοφία ανυπομονούσε για τη στιγμή που θα γνώριζε κάποιον αγαπημένο του Γκάβιν, συγγενή ή παλιό φίλο. Πίστευε ότι έτσι θα ‘ρχόταν πιο κοντά του, θα τον γνώριζε ίσως λίγο καλύτερα. Πίστευε βαθιά μέσα της πως το να ‘χουν ένα κοινό σημείο αναφοράς θα ήταν ικανό να μικρύνει την απόσταση μεταξύ τους. Θα τους έκανε κάτι πιο κοντά σε οικογένεια. Η βραδιά, όμως, δυστυχώς για εκείνη, δεν εξελισσόταν όπως την είχε φανταστεί.

Ενώ τον Γκάβιν έδειξε να μην τον αγγίζει ιδιαίτερα η παρουσία της αδερφής του στο σπίτι, όταν είδε τον παιδικό του φίλο έτρεξε προς το μέρος του κι οι δύο άνδρες αγκαλιάστηκαν. Απ’ τη διάρκεια της αγκαλιάς θα έλεγε κανείς πως, όντως, ήταν πολύ κοντά κι είχαν να βρεθούν καιρό.

«Τι γυρεύεις εσύ εδώ;» του είπε και χαμογέλασε.

«Πολύ φιλόξενοι είστε εσείς εδώ στη Νέα Υόρκη» του απάντησε εκείνος και τον έσπρωξε απαλά.

«Την τελευταία φορά που σε είδα μου είχες κλέψει ένα καναπέ, αν θυμάσαι. Πώς θέλεις να αντιδράσω;» είπε ο Γκάβιν γελώντας. Σπάνια τον έβλεπε να γελάει έτσι αυθόρμητα η Σοφία. Όταν ήταν στο σπίτι συνήθως ήταν απλά χαμένος στις σκέψεις του.

«Σοφία μου, εσύ δεν ξέρεις αυτή την ιστορία. Όταν έφυγα απ’ το σπίτι που μέναμε μαζί με τον Γκάβιν στο Δυτικό Λονδίνο ήμουν σε χάλια οικονομική κατάσταση. Μόλις είχα πάρει το πτυχίο μου, έψαχνα για δουλειά απεγνωσμένα. Όταν, λοιπόν, βρήκα ένα μικρό δωμάτιο, έπρεπε πάνω σε κάτι να κοιμάμαι. Ε, και τι καλύτερο από έναν καναπέ; Το μόνο λάθος μου ήταν ότι τον πήρα χωρίς να ρωτήσω τον ιδιοκτήτη του» είπε ο Κέβιν κι όλοι γέλασαν δυνατά.

«Γύρισα σπίτι κι έτσι απλά είδα να λείπει ο καναπές. Εξωπραγματική εμπειρία» συμπλήρωσε ο Γκάβιν.

«Τον συγχώρεσες, όμως» είπε η Σοφία.

«Κι αυτό όπως και πολλά άλλα» συμπλήρωσε ο Κέβιν και χαμήλωσε το βλέμμα του.

Η Σοφία είδε τον Κέβιν να αγγίζει φευγαλέα το χέρι του Γκάβιν κι ένιωσε τους σφυγμούς της να ανεβαίνουν.

«Δε γνώριζα πως μένατε μαζί» είπε.

«Αυτό ήταν χρόνια πριν, αγάπη μου. Δε φέρνεις λίγο ακόμη κρασί;» της απάντησε ο Γκάβιν κόβοντάς τη.

Η Σοφία σέρβιρε επιπλέον κρασί χωρίς να σχολιάσει κάτι άλλο. Η νύχτα κύλησε ομαλά, σχεδόν βαρετά. Μετά το τέλος του φαγητού, όλοι επαίνεσαν τη Σοφία για το υπέροχο δείπνο. Εκτός του Γκάβιν φυσικά που όλο το βράδυ δεν ξεκολλούσε απ’ το πλευρό του φίλου του.

«Χάρηκα πολύ που σας είδα απόψε. Ήταν όλα πολύ όμορφα. Ελπίζω να τα ξαναπούμε» της είπε ο Κέβιν.

«Μένεις μακριά;» τον ρώτησε η Σοφία.

«Μην τον ζαλίζεις άλλο τον άνθρωπο με τις ερωτήσεις σου, αγάπη μου» παρενέβη ο Γκάβιν.

«Μην τον ακούς», της είπε ο Κέβιν και συνέχισε, «Δε μένω μακριά, απλά αύριο νωρίς το πρωί θα πρέπει να πάω στην Ουάσινγκτον για ένα συνέδριο. Αυτός ήταν, άλλωστε, κι ο βασικός λόγος που ήρθα».

«Κι εγώ που είπα πως σου λείψαμε, Κεβ» πετάχτηκε ο Γκάβιν.

Ο Κέβιν του έκλεισε το μάτι, έκανε μια τελευταία αγκαλιά στη Σοφία και μαζί με τη Λώρα, η οποία ήταν πολύ ήσυχη κατά τη διάρκεια της βραδιάς, έφυγαν καθώς το ταξί τους είχε ήδη φτάσει.

Το επόμενο απόγευμα η Σοφία περίμενε με αγωνία τον Γκάβιν να επιστρέψει. Νωρίτερα είχε καλέσει στο γραφείο του, αλλά η γραμματέας του την είχε ενημερώσει πως είχε φύγει, εδώ κι αρκετή ώρα. Όταν επιτέλους άκουσε το κλειδί στην πόρτα ανακουφίστηκε. Έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε.

«Ευτυχώς είσαι καλά» του ψιθύρισε. «Μα δεν είναι τραγικό; Να τον σκοτώσουν έτσι απλά;»

«Πραγματικά αδιανόητο. Μια τέτοια προσωπικότητα να φύγει έτσι» σχολίασε με τη σειρά του ο Γκάβιν.

«Αυτές τις μέρες πρέπει να προσέχουμε περισσότερο. Κυρίως εσύ, δηλαδή. Έχουν αρχίσει ήδη να γίνονται φασαρίες στο Χάρλεμ. Η Ουάσινγκτον και το Σικάγο είναι ήδη εμπόλεμη ζώνη.»

«Στην Ουάσινγκτον δεν είπε πως θα πήγαινε και ο Κέβιν χθες;» είπε ο Γκάβιν χαμηλόφωνα.

«Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. Δε θα του συμβεί τίποτα» τον καθησύχασε η Σοφία.

Ο Γκάβιν έδειχνε πραγματικά αναστατωμένος. Για το υπόλοιπο της βραδιάς δε μίλησε και φυσικά ούτε άγγιξε το φαγητό που του είχε ετοιμάσει η Σοφία.

«Πρέπει να ηρεμήσεις» του είπε ακουμπώντας τον ώμο του.

«Αν πάθει κάτι τι θα κάνω;» μονολόγησε ο Γκάβιν.

Η Σοφία εκείνη τη στιγμή έσφιξε τη γροθιά της και μέτρησε μέχρι το δέκα πριν μιλήσει. Αν άφηνε τον εαυτό της ελεύθερο, ήξερε πως θα έλεγε πράγματα που αργότερα θα μετάνιωνε.

«Αγάπη μου, είναι καλός σου φίλος, το ξέρω. Υπομονή. Όλα θα πάνε καλά.»

Εκείνος δε μίλησε, αλλά ξέσπασε σε λυγμούς στην αγκαλιά της κι αυτή ίσως ήταν η πιο αληθινή στιγμή του γάμου τους που έζησαν ποτέ.

Ο Γκάβιν δοκίμασε να τον αναζητήσει στο ξενοδοχείο του, προσπάθησε να βρει φίλους και γνωστούς που ίσως γνώριζαν κάτι, αλλά δεν κατάφερε να έρθει σε επαφή με τον Κέβιν. Δεν άντεχε άλλο να βλέπει τις εικόνες καταστροφής απ’ την Ουάσινγκτον στην τηλεόραση.

Βαθιά μέσα του, βέβαια, ντρεπόταν που το μόνο που τον ένοιαζε εκείνη τη στιγμή ήταν ο φίλος του κι όχι που ένας ακτιβιστής με όραμα είχε εκτελεστεί λίγες ώρες πριν. Ο θάνατος του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ κι οι συμπολίτες του που συγκρούονταν στους δρόμους τού ήταν το ίδιο αδιάφοροι όσο και το δείπνο που του είχε ετοιμάσει η Σοφία.

Λίγα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν η Λώρα. Η Σοφία αρχικά δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι της έλεγε μέσα στις φωνές και τα κλάματά της. Λίγα λεπτά αργότερα, κατέβασε απλά το ακουστικό. Ήταν αμίλητη και το πρόσωπό της παρέμενε ανέκφραστο.

«Τι συνέβη;» ρώτησε ο Γκάβιν με τρεμάμενη φωνή.

«Είναι νεκρός» απάντησε η Σοφία.

Ο Γκάβιν προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του, αλλά γρήγορα άρχισε να νιώθει αδύναμος. Έφερε στο μυαλό του την τελευταία του συνάντηση με τον Κέβιν στο Λονδίνο. Όταν μάλωναν για έναν κλεμμένο και ξεχαρβαλωμένο καναπέ ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με όσα είχαν περάσει μαζί από παιδιά. Χωρίς να το καταλάβει έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια του, βρέθηκε πεσμένος με τα γόνατα στο πάτωμα και δεν κατάφερε να συγκρατήσει την τάση του για εμετό. Η Σοφία κινήθηκε προς το μέρος του, αλλά τελικώς έκανε πίσω. Σιωπή.

Συντάκτης: Νεφέλη Μπαντελά
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη