Οι μέρες περνούσαν. Όλα κυλούσαν ομαλά. Περνούσαν χρόνο μαζί. Έβγαιναν χωρίς να τους ενδιαφέρει ποιος τους έβλεπε. Χαιρόντουσαν την κάθε στιγμή, διότι δεν μπορούσαν να είναι όλα ρόδινα, μέσα σε λουλούδια και συννεφάκια. Η ρουτίνα πάλι, μπορεί να ήταν εκεί λόγω δουλειάς, αλλά και πάλι δεν τους επηρέαζε και τόσο.

Άρχισαν να γνωρίζουν ο καθένας τον προσωπικό κύκλο του άλλου. Ξεκινώντας, φυσικά, από τους στενούς φίλους. Πίστευε πως είχε πολλούς φίλους, λόγω δουλειάς και γνωριμιών, με λιγότερες παρέες. Τελικά, έγινε το αντίθετο. Οι φίλοι του ήταν δύο και οι παρέες του πολλές. Άρχιζε να καταλαβαίνει από πού προερχόταν η πειθαρχημένη ζωή του κι οι απόψεις του. Μάθαινε την καθημερινότητά του από μέσα και της άρεσε πολύ, παρ’ όλο που ο χρόνος του ήταν περιορισμένος. Φαινόταν έμπρακτα πως ήταν η προτεραιότητά του. Σε ό, τι κι αν έκανε, την έπαιρνε μαζί του για να γνωρίσει τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια. Δύσκολος κόσμος, αλλά οργανωμένος.

Η δική της ζωή, δεν ήταν τόσο γεμάτη. Ήταν απλή, μα αξιολάτρευτη, «σαν κι εσένα». Έτσι της έλεγε. Είχε μια και μόνο φίλη, από τα παιδικά της χρόνια. Πάντα μαζί, σε όλα τα εύκολα και τα δύσκολα. Λίγες παρέες. Οι περισσότερες από το χώρο της δουλειάς. Μπορούσε να δέσει με όλους. Δεν ήταν δύσκολο να την εμπιστευτείς, ακόμα κι όταν τη γνώριζες για πρώτη φορά. Έστελνε μια άλλη αύρα. Προτιμούσε τα ήρεμα μέρη, χωρίς πολύ θόρυβο. Λατρεμένο της στέκι ένα jazz bar.

Η εποχή της καλοκαιρινής άδειας πλησίαζε κι όλοι ανεξαιρέτως βρίσκονταν με τα μυαλά στα κάγκελα. «Δύσκολη χρονιά η φετινή», έλεγαν όλοι. Τα διαλείμματα μετατρέπονταν σε μικρά πάρτι με μουσική που θύμιζε Μπαχάμες. Όλοι μιλούσαν για το ποια ήταν τα σχέδια του καθενός. Το κουτσομπολιό δεν έλειπε, ακόμα και τις τελευταίες μέρες.

Στο σχόλασμα, καθώς όλοι ετοιμάζονταν ν’ αποχωρήσουν και να πάνε σπίτια τους, οι πρωταγωνιστές μας βρίσκονται «τυχαία» στο φωτοτυπικό, κανονίζοντας τις βλέψεις μετά τη δουλειά. Βγαίνοντας, αντικρίζουν ένα γνώριμο πρόσωπο. Ο Μανώλης πάγωσε και σκλήρυνε, μόλις είδε τη γυναίκα απέναντί του. Η Άννα πάλι, προσπαθούσε να θυμηθεί πού την έχει ξαναδεί, αλλά η μνήμη της την πρόδιδε κάθε φορά που πλησίαζε στην εικόνα της. Το όνομά της ήταν Ιοκάστη. Ασυνήθιστο όνομα, αλλά ωραίο. Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. Η Άννα αποφάσισε ν’ αποχωρήσει και να τον περιμένει στο γκαράζ της εταιρίας. Κάνοντάς της νόημα ότι δε θ’ αργήσει, κατέβηκε παίρνοντας το ασανσέρ.

Η εικόνα της δεν της έφευγε από το μυαλό. Και να ήθελε δηλαδή, αδύνατο έμοιαζε. Στο τέλος θυμήθηκε. Ήταν η γυναίκα έξω από την πολυκατοικία, τον πρώτο καιρό της μετακόμισής της. «Τελικά το ύφος του παραμένει ίδιο. Τι να έγινε άραγε;», αναλογίστηκε.

Μετά από 10 λεπτά εμφανίστηκε εμφανώς ταραγμένος. Μπήκαν αμίλητοι μέσα στο αμάξι, πηγαίνοντας σπίτι.

Φτάνοντας, ακολούθησε ο εξής διάλογος:

«Θα ήθελα να μάθω τι συμβαίνει μ’ εσάς τους δύο.», είπε με ήρεμη, απορημένη χροιά στη φωνή της.

«Όλα θα τα μάθεις, αλλά όχι τώρα», της απάντησε προσπαθώντας να μην ξεσπάσει τα νεύρα του πάνω της.

«Όποτε νιώσεις έτοιμος.»

Παίρνοντας ο καθένας τον δικό του χρόνο στο διαμέρισμά του, έφτασε το βράδυ, χωρίς επικοινωνία. Ανήσυχη όπως ήταν, πήρε το θάρρος να χτυπήσει την πόρτα του.

Καμιά απάντηση.

Ξαναχτύπησε. Σιωπή…

Επέστρεψε πίσω και κάθισε στο σαλόνι της. Οι ώρες περνούσαν κι απάντηση δεν είχε. «Λες να έπαθε τίποτα;», σκέφτηκε. Κατά τις δώδεκα και μισή το βράδυ, άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα του. Βγήκε έξω να τον δει, αλλά δεν πρόλαβε. Είδε τη σκιά του να μπαίνει στο διαμέρισμα. Σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να τον ενοχλήσει από τη στιγμή που έδειχνε μια τέτοια συμπεριφορά.

Το επόμενο πρωί, είχαν κι οι δύο ρεπό. Χτύπησε ξανά την πόρτα του, μα η απάντηση ήταν ίδια. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Δεν ήταν του χαρακτήρα του αυτό. Όντως κάτι συνέβαινε. Έπρεπε να δώσει εξηγήσεις. Έφτασε μεσημέρι. Έφυγε το μεσημέρι κι ήρθε το βαθύ απόγευμα. Ξανά τα κλειδιά στην πόρτα. Χωρίς να διστάσει, βγήκε έξω και τον πρόλαβε στην πόρτα. Εκείνος την κοίταξε με άδειο βλέμμα.

«Τι συμβαίνει;»

«Δεν θέλω να το συζητήσω.», της απάντησε με ψυχρή φωνή.

«Πρέπει να μου πεις τι συμβαίνει κι έχεις αυτήν τη συμπεριφορά», απαντάει με θέρμη.

Με τα πολλά τελικά, μπαίνουν στο διαμέρισμα. Ξεκίνησε τον δικό του μονόλογο:

«Η ιστορία μας ξεκίνησε στη δουλειά. Ήταν η εποχή που ήμασταν κι οι δύο υπάλληλοι της συγκεκριμένης εταιρίας. Βρεθήκαμε να είμαστε στην ίδια ψυχολογική κατάσταση. Αποφασίσαμε να έχουμε μόνο σωματική επαφή και τίποτα παραπάνω. Με τον καιρό, άρχισε να δένεται περισσότερο. Ένιωθα κάτι κι εγώ, αλλά όχι στο δικό της επίπεδο. Δεν ήθελα κάτι παραπάνω. Της είχα εξηγήσει την κατάστασή μου κι εκείνη είχε δεχτεί να μείνουμε έτσι, άσχετα που άλλαξε στην πορεία. Είχα αποφασίσει να το τερματίσω. Δεν ήθελα να δίνω ελπίδες για κάτι που δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί σε δικό της επίπεδο. Συνέχιζε να επιμένει. Στο τέλος, δέχτηκα να δοκιμάσω να δεθώ μαζί της παραπάνω.

Περνούσαμε ωραία, μέχρι τη στιγμή που αποφάσισε να μ’ αφήσει για κάποιον άλλον. Συγκεκριμένα, για έναν από τους πιο στενούς μου φίλους. Δεν τη συγχώρεσα ποτέ. Σ’ εκείνη τη φάση της ζωής μου, έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά, με το σημερινό αποτέλεσμα. Εκείνη αποφάσισε να φύγει από την εταιρία. Μετά, λοιπόν, από 2 χρόνια, επιστρέφει στην εταιρία με την ιδιότητα των δημοσίων σχέσεων. Μ’ έψαχνε όλο αυτό τον καιρό για να μου το πει και να με πείσει να επιστρέψω κοντά της. »

Τον άκουγε με προσοχή, χωρίς να τον διακόπτει. Στο τέλος, του έκανε μια και μοναδική ερώτηση:

«Πού ήσουν εχθές και σήμερα το πρωί;»

Δεν απάντησε.

 

Τo be continued…

Συντάκτης: Σία Πέρση
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου