Το επόμενο πρωινό τους βρήκε αμήχανους. Τι κράτησε από το προηγούμενο βράδυ ο καθένας για τον άλλο; Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να της στείλει. Ήθελε να της μιλήσει. Ήθελε τα λόγια της. Να γλυκάνει την ψυχή του. Του έλειψε!

«Αν η μεταμεσονύκτια γεύση εξακολουθεί να είναι τόσο γλυκιά και το πρωί τότε άξιζε. Καλημέρα.»

Πέρασε όλο το πρωινό της στο γραφείο με τη σκέψη του. Αναποφάσιστη για το τι θα πρέπει να κάνει. Πού ήταν τα όριά της; Χαζομάρες. Της λείπει ήδη. Ο αγαπημένος ήχος για την ειδοποίηση μηνύματος. Ανοίγει το τηλέφωνό της. Ο Αλέξανδρός της. Διαβάζει το πρώτο μήνυμα της νέας μέρας και χαμογελά.

Σκέφτονται το ίδιο. Έχουν και οι δυο την ίδια γεύση. Κι αυτός για κείνη είναι γεύσεις και μυρωδιές από την αγορά μπαχαρικών της Πόλης. Κανέλα και μπαχάρι. Πικάντικος και γλυκός. Και βανίλια που θα μοσχοβολά ο αέρας και θα τον φέρνει κοντά της. Και ψιλοκομμένος βασιλικός για να στρώνει τον δρόμο του. Κι είναι εκεί και στη ζωή της. Στο πρώτο πρωινό της κοινής τους μέρας.

«Εδώ γλυκιά επίσης. Και θέλω να την ντύσω με χαμόγελα με μουσικές κι εικόνες και να την περιφέρω.»

Αγαλλίαση και για τους δυο. Και η επιβεβαίωση πως τίποτα δε θα είναι το ίδιο πια γι’ αυτούς. Κι έτσι, τόσο απλά με ένα πρώτο μήνυμα άρχισαν να ξεδιπλώνονται. Κι εκείνο που τους τρόμαζε, δεν ήταν η υπερβολική τους οικειότητα σαν να γνωρίζονταν χρόνια αλλά η κοινή τους σκέψη. Συμπλήρωναν τις φράσεις  ο ένας του άλλου. Ο Αλέξανδρος της έλεγε πως άλλοι χρειάζονται δέκα ζωές για να το καταφέρουν αυτό κι αυτοί το κέρδισαν σε λίγες ώρες.

«Μη το παλεύεις, βρεθήκαμε.»

Τίποτα δεν ήταν το ίδιο στις ζωές τους πια. Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό ανυπομονούσαν για τα επόμενα μηνύματά τους. Η δίψα τους έβρισκε σοκάκια να κόβει δρόμο. Έψαχναν απαντήσεις που θα έδιναν τα πιο δυνατά τους θέλω. Και τις έβρισκαν. Γιατί είχαν υποσχεθεί πως η απόλυτη ειλικρίνεια θα ήταν σημαία της σχέσης τους. Και είχαν υποσχεθεί μεταξύ τους μόνο τις αλήθειες τους.

Και ο Αλέξανδρος όφειλε να μαρτυρήσει τη δική του αλήθεια. Για τον Αλέξανδρο ο έρωτας ήταν το νερό για να ποτίζεται. Ένιωθε άνετα που ερωτευόταν συχνά. Έκανε το μυαλό του να ανθίζει. Γοητεύονταν και ένιωθε την ανάγκη να αρέσει. Έτρεφε το εγώ του. Ήταν η έξτρα ώθηση της ζωής του. Αυτό που οι καλλιτέχνες λένε μούσα, οι ποιητές έμπνευση, ο Αλέξανδρος το έλεγε κατάσταση έρωτος. Όταν γνώρισε την Ανατολή ένιωσε απροετοίμαστος. Δεν είχε υπολογίσει ακριβώς τα συναισθήματα εκείνης. Ο αλγόριθμος τους ένωσε χωρίς την παράμετρο αυτή. Και μπορεί ο Αλέξανδρος μέσα στην ειλικρίνειά του απέναντί της να το εξομολογήθηκε αλλά δεν θα ήταν αρκετό για να τη σώσει.

Η Ανατολή του δήλωσε από την πρώτη στιγμή πως δεν είχε ερωτευτεί ποτέ της. Αρνιόταν από πείσμα να εκτεθεί σε σχέσεις που αναλώνονται στα χρόνια. Και ποτέ δεν την προβλημάτισε αυτό. Τουλάχιστον μέχρι τώρα. Και έμαθε να ζει έτσι, γιατί υπάρχει και αυτή η μερίδα ανθρώπων που κλείνει την πόρτα στον έρωτα συνειδητά. Που νομίζει πως το να μην πληγώνεσαι σε κάνει ατρόμητο. Σε προφυλάσσει από τη δυστυχία. Και στο τέλος το έχεις τοποθετήσει στο τόσο βάθος του μυαλού σου, μέχρι που το αφήνεις στα αζήτητα. Αλλά είναι σπίθα και τη σπίθα όπου και να τη βάλεις θα βρει τρόπο να γίνει φλόγα. Να γίνει φωτιά και πυρκαγιά και να σε κάψει. Ήρθε και η δική της ώρα λοιπόν να ψάξει η σπίθα της διέξοδο.

Όταν ο Αλέξανδρος της εκμυστηρεύτηκε την άποψή του για τον έρωτα και όφειλε να του αναγνωρίσει ότι το έκανε σχεδόν αμέσως μετά τη γνωριμία τους, προβληματίστηκε. Τι ήθελε αυτή στη ζωή του; Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί και πολύ. Ήταν σίγουρη όμως κι αποφασισμένη. Και σ’ αυτόν τον άντρα ήθελε να προσφέρει έξω από τα όρια της λογικής της, ό, τι είχε και δεν είχε, όχι για να τον κρατήσει κοντά της, αν εκείνος δεν ήθελε ή βαριόταν θα έφευγε έτσι κι αλλιώς, αλλά για να του αποδείξει πως υπάρχουν και κάποιοι έρωτες που σου προσφέρουν τόσα πολλά που ακόμη και να τελειώσουν δε θα μπορείς να τους ξεχάσεις ποτέ. Αυτό ήθελε να του δώσει να καταλάβει. Ότι θα είναι πάντα στη ζωή του. Θα είναι ο δικός του άνθρωπος. Κι αυτό θα είναι περισσότερο κι απ’ όλα τα σ’ αγαπώ του κόσμου που θα είχε ακούσει. Η ανάγκη του να τη νιώθει κοντά του. Κι αυτό, όσο θα έψαχνε δε θα το έβρισκε ποτέ του. Και ίσως αυτό θα του άλλαζε κάποια μέρα τη ζωή του, όπως άλλαξε και τη δική της ζωή ο ερχομός του.

«Πώς πάει η μέρα σου;  Με έχεις παρέα του μυαλού σου;» Τα μάτια του Αλέξανδρου γέμιζαν φως όταν της μιλούσε.

«Δε σε έχω παρέα του μυαλού μου. Απέναντί μου σε έχω. Σηκώνω το βλέμμα και σε κοιτάζω.»

«Σου χαμογελώ. Σε ζεσταίνω. Θέλω να σε δω να μου μιλάς, να δω τον τρόπο που με κοιτάς.» της έλεγε εκείνος.

«Είσαι ιδέα. Που με απεγκλώβισε από την καθημερινότητά μου. Είσαι ό, τι ζωγράφισε η ψυχή μου και πήρε μορφή μόλις ήρθες κοντά μου. Είσαι η ευτυχία μου.» του ψιθύριζε.

Οι πιο αγαπημένες τους στιγμές ήταν πάντα τα μεσημέρια τους. Αποκομμένοι από όλους, χαλαρωμένοι και παραδομένοι ο ένας στον άλλον, ξεδίπλωναν τις ζωές τους. Ακούγοντας τις αγαπημένες μουσικές τους, γελούσαν κι έπαιζαν με τις λέξεις. Ρουφούσαν τις στιγμές. Γιατί μόνο αυτό είχαν μέχρι τώρα. Στιγμές.

Και ο Αλέξανδρος την πείραζε λέγοντας ότι μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση ερεθίσματος και υποδοχέα. Και πως τα λόγια της, τον κάνουν να νιώθει σπουδαίος, μοναδικός.

«Θα γίνω ό, τι χρειάζεται. Νιώθω πως με ξέρεις ήδη τόσο καλά. Θα έρχομαι πάντα σε σένα. Αγαπάς σαν μάγισσα.»

«Αγαπώ μόνο εσένα. Και μακάρι τα μάγια μου και τα ξόρκια μου να σε έχουν κοντά μου.»

Δεν είχαν καταφέρει ακόμη να συναντηθούν. Και τους βασάνιζε και τους δυο. Γιατί μόνο αυτό μπορούσαν να κάνουν και να ονειρεύονται, την πρώτη τους συνάντηση. Η γλύκα και η προσμονή να δουν ο ένας τον άλλον στα μάτια. Δε στέρευαν οι λέξεις. Δεν υπήρχαν παύσεις στις συζητήσεις τους. Αναζητούσαν ο ένας τον άλλο. Αεράκι για να δροσιστούν, στήριγμα για να αντέχουν τη μέρα, αγκαλιά για την καληνύχτα τους.

«Θέλω να μου δίνεις μόνο ό, τι ο ίδιος θέλεις.»

Τα λόγια της τον τσάκιζαν. Πολλές φορές αναρωτιόταν πώς μπορεί κάποιος να αγαπήσει τόσο πολύ και τόσο απόλυτα. Δε χρειάζονταν απάντηση. Την είχε ήδη. Η Ανατολή του μπορούσε.

«Σε κέρδισα άρα μου ανήκεις, τον νου σου!»

«Νομίζω ότι σου ανήκα πριν καν σε γνωρίσω.»

Είχαν καταλάβει πια και οι δυο τους πως έφτασε η στιγμή να ‘ρθουν ο ένας κοντά στον άλλον. Δυο δυνατά μυαλά, δυο ευφυείς άνθρωποι που μετά το πάρτι των μυαλών τους, δεν έμενε παρά να παραδοθούν στη γιορτή των κορμιών τους. Στη γιορτή που έχουν ήδη σχεδιάσει στα όνειρά τους και στωικά προσμένανε την έναρξή της. Ήξεραν πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει.

 

 

To be continued… 

Συντάκτης: Ταρασία Γεωργιάδου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου