«Η αγάπη δεν κοιτάει με τα μάτια, αλλά με το μυαλό και γι’αυτό ο φτερωτός Έρωτας απεικονίζεται τυφλός.[…]Και γι’ αυτό λέγεται ότι είναι η Αγάπη είναι ένα παιδί, επειδή στην επιλογή συχνά ξεγελιέται.» (Shakespear)

Όσοι φιλόσοφοι και ψυχολόγοι, άλλοι τόσοι επιστήμονες έχουν αναλωθεί στην ανακάλυψη αυτού του φευγαλέου συναισθήματος, για το οποίο τόσο μελάνι έχει χυθεί στο πέρασμα των χρόνων. Από τον αρχαίο μύθο του Έρωτα και της Ψυχής, την Ωραία Ελένη και τον Πάρη, μέχρι τους σύγχρονους εραστές της πραγματικής ζωής, πολλοί έχουν προσπαθήσει να αποσαφηνίσουν και να αποκωδικοποιήσουν ποιο είναι αυτό το συστατικό στοιχείο που φέρνει δύο ανθρώπους κοντά και δημιουργεί παράφορους έρωτες και θυελλώδεις σχέσεις.

Όσο κι αν μας ελκύει η ιδέα ενός ρομαντικού και μεταφυσικού στοιχείου, ο μηχανισμός της έλξης στους ανθρώπους αφορά μια προσεκτικά χορογραφημένη ακολουθία ορμονών, που με την έκκρισή τους σε άνδρες και γυναίκες, οδηγούν σ’ αυτό το σμίξιμο των σωμάτων. Έντονα συναισθήματα που κινούνται από το ένα άκρο στο άλλο με μεγάλη ταχύτητα, πεταλούδες στο στομάχι, αμήχανες κι ασυγχρόνιστες κινήσεις, κοκκίνισμα στα μάγουλα, ανεβασμένη θερμοκρασία κι εφίδρωση, όλα αυτά ξεκινούν από την έκρηξη των ορμονών, στην ανταπόκριση του σώματός μας στη θέα και στη μυρωδιά κάποιου άλλου.

Όσο κι να θέλουμε να το αρνηθούμε και να ντύσουμε το συναίσθημα με μαγικές ιδιότητες, όλα καταλήγουν στη χημεία και ξεκινούν από την αρχαιότερη αίσθηση, την όσφρηση, που φέρνει τη «μαγική» χημεία μεταξύ των δύο και δημιουργεί αυτή την αίσθηση της συμβατότητας. Ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου μας παύουν να λειτουργούν κι άλλες φαίνεται να εμφανίζουν μια έντονη δραστηριότητα, καθώς δημιουργούν τη φόρμουλα της έλξης και του έρωτα, φέρνοντάς μας κοντά σε κάποιον άλλο. Τα συστατικά αυτής φόρμουλας φαίνεται να είναι η έλξη κι ο δεσμός, που με τη σειρά τους απελευθερώνουν στον οργανισμό ορμόνες όπως η τεστοστερόνη, τα οιστρογόνα, η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη, καθώς και η οξυτοκίνη μεταξύ άλλων. Με κάθε νέα ορμόνη που έρχεται στην επιφάνεια, περνάμε και σ’ ένα επόμενο επίπεδο σύνδεσης με το αντικείμενο του πόθου μας.

Θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τον μικρό θεό Έρωτα με τον υποθάλαμο στον εγκέφαλό μας, καθώς αυτός στην ουσία ευθύνεται για ένα μεγάλο μέρος αυτής της διαδικασίας. Μας πλημμυρίζει με ορμόνες κι εμείς μαθαίνουμε να κολυμπάμε στα νερά τους, ακολουθώντας τις αρχέγονες ανάγκες μας όπως η αναπαραγωγή και η ασφάλεια των απογόνων μας. Φυσικά εκτός από το βιοχημικό μας αποτύπωμα, άλλα στοιχεία παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία του φλερτ, όπως η ευγένεια κι ορισμένα ακόμα θετικά χαρακτηριστικά, καθώς αυτά διαμορφώνουν τις αντίστοιχες εκφράσεις στο πρόσωπό μας.

Οι προτιμήσεις και η κλίση μας σε κάποιους συγκεκριμένους τύπους ανθρώπων οριοθετείται σαφώς από ένα «ενσωματωμένο» χάρτη που όλοι έχουμε, που έχει επηρεαστεί από την ανατροφή, τους γονείς και τα άλλα πρόσωπα με τα οποία έχουμε ζήσει διάφορες εμπειρίες από την παιδική μας ηλικία. Όλα μαζί σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες που αναζητούμε στον άλλο. Όσο και αν επιθυμούμε να προσδώσουμε μια ρομαντική νότα σε όλη αυτή την διαδικασία, στην ουσία η φύση μας έχει δώσει αυτό τον μηχανισμό όχι τόσο για να νιώσουμε καλά, όσο για να επιβιώσουμε. Όλα τα υπόλοιπα, είναι απλώς ένα placebo που μας βοηθάει να ξεκινήσουμε τη διαδικασία, δίνοντάς μας ένα κίνητρο και επιβραβεύοντας την καθόλου αυθεντική πρωτοβουλία μας.

Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι όσο και να θέλουμε να νιώθουμε μοναδικοί κι ελεύθεροι να κάνουμε τις δικές μας, προσωπικές επιλογές, υπάρχουν σημαντικά στοιχεία στη βιολογία μας που τελικά μας κρατούν δέσμιους σε σημαντικό βαθμό μέσω κοινωνικών, ψυχολογικών και βιοχημικών στοιχείων. Πολύπλοκα όντα καθώς είμαστε, φαίνεται να υπάρχει ένας κώδικας στα γονίδιά μας, μου αποτελεί τον σκληρό δίσκο μας κι οδηγεί τις κινήσεις και τις επιλογές μας. Σύμφωνα με αυτό, επιλέγουμε το αντίθετο από αυτό που εμείς κατέχουμε, ώστε να σχηματίσουμε ένα δεσμό και πιθανούς απογόνους με ισχυρότερα χαρακτηριστικά, από την ένωση των δύο άνισων εκπροσώπων.

Φυσικά η βιολογία δεν είναι απόλυτο πεπρωμένο, αλλά βοηθάει να εξηγήσουμε πολύπλοκες διεργασίες ακόμα και για τα όμορφα πράγματα που μας συμβαίνουν. Και σίγουρα κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τη βιολογία για ρομαντισμό.

Όμως ακόμα και έτσι, ποιος μπορεί να ξεχάσει το πρώτο βλέμμα, το πρώτο φιλί, τη φορά εκείνη που ακούσαμε το σ’ αγαπώ από εκείνον ή εκείνη που έκανε την καρδιά μας να σκιρτήσει, τη μυρωδιά στα σεντόνια μας και το πρωινό χαμόγελο μόλις ξυπνούσαμε, την αναζήτηση και τη συνάντηση. Όσο λογική εξήγηση κι αν υπάρχει για αυτό που βιώνουμε, πάντα ο έρωτας θα μας παρασύρει σε πρωτόγνωρα και μαγικά ταξίδια.

Ή παραφράζοντας λίγο τα λόγια του Pascal, «Η καρδιά έχει λόγους που ίσως η λογική δεν μπορεί πάντα να γνωρίζει».

 

Συντάκτης: Βασιλική Υψηλάντη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου