Καλοκαίρι στην Ελλάδα σημαίνει πολλά πράγματα: αλμύρα στο δέρμα, παγωτά, βόλτες, μπαλκόνια με ανοιχτά φώτα και εκείνα τα ζεστά βράδια που η πόλη αρνείται να κοιμηθεί. Όμως, ας είμαστε ειλικρινείς, καλοκαίρι χωρίς συναυλία απλώς δεν γίνεται, καθώς είναι το απόλυτο τελετουργικό της εποχής. Αυτή η διαδρομή με το μετρό ή το αυτοκίνητο προς το stage, το φτηνό κουτάκι μπύρας στο χέρι έξω από το στάδιο, η μυρωδιά του αντικουνουπικού ανακατεμένη με το γρασίδι και η προσμονή που χτυπάει κόκκινο. Έχεις νιώσει ποτέ εκείνο το παράξενο, ηλεκτρικό σκίρτημα τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα της σκηνής; Αυτό το δευτερόλεπτο της απόλυτης σιωπής, ακριβώς πριν ακουστεί η πρώτη νότα και το στάδιο «εκραγεί»; Αν έχεις βρεθεί σε live του αγαπημένου σου καλλιτέχνη, ξέρεις καλά για ποιο πράγμα μιλάω. Δεν είναι απλώς διασκέδαση, δεν είναι άλλο ένα βράδυ του καλοκαιριού… Είναι μια εμπειρία που σε ξεβολεύει, σε γιατρεύει και σε ανασυνθέτει.
Και αν κάποιος σου πει ότι υπερβάλλεις, μπορείς πλέον να του το υπογράψεις και επιστημονικά: μια συναυλία είναι, με κάθε έννοια, μια καθαρή συνεδρία ψυχοθεραπείας. Όταν μπαίνεις στον χώρο της συναυλίας, ο εγκέφαλός σου πατάει το κουμπί της αποσυμπίεσης και, μάλιστα, με τις πρώτες συγχορδίες ξεκινά ένα πάρτι νευροδιαβιβαστών. Η ντοπαμίνη (η ορμόνη της ανταμοιβής και της ευχαρίστησης) εκτοξεύεται στα ύψη, ειδικά τη στιγμή που ακούς το αγαπημένο σου κομμάτι. Παράλληλα, η οξυτοκίνη (η ορμόνη της σύνδεσης) πλημμυρίζει το σύστημά σου, καθώς τραγουδάς τον ίδιο στίχο με άλλες δέκα χιλιάδες αγνώστους. Όλο αυτό το κοκτέιλ λειτουργεί ως ένα φυσικό αντικαταθλιπτικό. Για δύο ώρες, το στρες και η κορτιζόλη πάνε περίπατο, αφήνοντάς σε ελεύθερο να νιώσεις…
Υπάρχει ένας όρος στην ψυχολογία που ονομάζεται συλλογική αναβίωση (collective effervescence). Είναι αυτό που συμβαίνει όταν μια ομάδα ανθρώπων συντονίζεται στο ίδιο συναίσθημα. Στη συναυλία, δεν είσαι μόνος με τα ακουστικά σου στο μετρό, αλλά είσαι μέρος ενός ζωντανού, παλλόμενου οργανισμού. Όταν μοιράζεσαι την ίδια συγκίνηση, τον ίδιο ενθουσιασμό ή ακόμα και την ίδια μελαγχολία με χιλιάδες άλλους κάτω από το φεγγάρι, η μοναξιά σου διαλύεται και συνειδητοποιείς ότι οι «δαίμονές» σου, αυτοί που περιγράφει ο καλλιτέχνης στους στίχους του, δεν είναι μόνο δικοί σου· τους έχουν κι άλλοι. Κι αυτό, από μόνο του, είναι βαθιά θεραπευτικό.
Στην καθημερινότητά μας φοράμε πολλά «πρέπει», καθώς χρειάζεται να είμαστε επαγγελματίες, ψύχραιμοι, συγκρατημένοι. Στη συναυλία, όμως, τα πρέπει φεύγουν, οι άμυνες πέφτουν και έχεις πια την ελευθερία να τσιρίξεις, να χορέψεις αδέξια, να κλάψεις με λυγμούς σε εκείνη την μπαλάντα που σου θυμίζει τον πρώην σου, χωρίς κανείς να σε κρίνει. Αυτή η συναισθηματική εκτόνωση λειτουργεί όπως η κάθαρση στην αρχαία τραγωδία. Βγάζεις από μέσα σου την πίεση των ημερών, τον θυμό, τη θλίψη. Φεύγεις από το live με κλειστή φωνή, ιδρωμένος, αλλά με μια ψυχή που «αναπνέει» ξανά.
Στη συναυλία δεν σε νοιάζει το email που πρέπει να στείλεις τη Δευτέρα, ούτε ο λογαριασμός του ρεύματος. Τα φώτα, το μπάσο που δονεί το στήθος σου, η ενέργεια του πλήθους σε αναγκάζουν να είσαι εκεί και ο εγκέφαλός σου επιτέλους κάνει ένα ολικό reset, ένα pause στις μηρυκαστικές σκέψεις, προσφέροντας μια πολύτιμη ανάσα πνευματικής ξεκούρασης.
Οι καλοκαιρινές συναυλίες δεν είναι απλώς μια έξοδος. Είναι οι σταθμοί που χαράζουν τη μνήμη μας. Είναι το μέρος όπου οι αναμνήσεις των διακοπών και της νιότης μας αποκτούν soundtrack. Είναι η στιγμή που κοιτάς τον κολλητό σου στα μάτια, με τα χέρια ψηλά, και ξέρεις ότι αυτή τη στιγμή θα τη θυμάστε για πάντα. Είναι το συναίσθημα ότι ο άνθρωπος πάνω στη σκηνή, τον οποίο μπορεί να μην γνωρίσεις ποτέ από κοντά, σε καταλαβαίνει καλύτερα από τον καθένα.
Αν, λοιπόν, το πορτοφόλι σου διαμαρτύρεται για το αντίτιμο του εισιτηρίου, μην νιώθεις τύψεις. Δεν αγόρασες απλώς ένα χαρτάκι για να μπεις σε ένα θέατρο ή ένα στάδιο. Αγόρασες δύο ώρες απόλυτης ελευθερίας, συναισθηματικής αποτοξίνωσης και ψυχικής ανάτασης. Κλείσε εκείνο το εισιτήριο. Στάσου στην ουρά. Χάσου μέσα στο πλήθος. Ο εγκέφαλός σου –και κυρίως η ψυχή σου– θα σε ευγνωμονεί για όλο τον χειμώνα που έρχεται.
Αφιερωμένο στον Γιάννη Χαρούλη, που κάθε καλοκαίρι γεμίζει την ψυχή μου ακροβάτες, άλογα και πηγάδια!
