Η πρόσφατη ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν για την «Οδύσσεια» έφερε ξανά στο προσκήνιο κάτι που πολλοί θεωρούσαν «ξεπερασμένο»: τη γοητεία του αρχαιοελληνικού κόσμου. Είναι εντυπωσιακό πώς το Χόλιγουντ καταφέρνει, με μία μόνο παραγωγή, να στρέψει το παγκόσμιο ενδιαφέρον πίσω στα ομηρικά έπη και γενικότερα στην αρχαιότητα. Αυτή η ξαφνική «αναγέννηση», όμως, μας αναγκάζει να ξαναδούμε ένα παλιό αλλά επίκαιρο ερώτημα. Σε έναν κόσμο που τρέχει με τις ταχύτητες της τεχνητής νοημοσύνης και δίνει βάρος μόνο σε ό,τι έχει άμεση οικονομική χρησιμότητα, τι θέση έχουν οι κλασικές γλώσσες στο σχολείο και μάλιστα ως κάτι υποχρεωτικό;

Στην Ελλάδα, τα Αρχαία και τα Λατινικά είναι βαθιά ριζωμένα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Αν, όμως, δούμε τη μεγάλη εικόνα διεθνώς, η συζήτηση είναι έντονη. Υπάρχουν αυτοί που πιστεύουν ότι χωρίς αυτές τις γλώσσες χάνουμε την επαφή μας με τη λογική και τον πολιτισμό και εκείνοι που θεωρούν ότι «κλέβουν» πολύτιμο χρόνο από τις επιστήμες του μέλλοντος.

Γιατί επιμένουμε ακόμα στην αξία τους; Όσοι υποστηρίζουν τη διδασκαλία τους δεν το κάνουν από στείρα προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά γιατί υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι. Αρχικά, τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά αποτελούν, θα λέγαμε, το DNA των σύγχρονων γλωσσών. Όταν κάποιος καταλαβαίνει την ετυμολογία και τη δομή τους, δεν μαθαίνει απλώς μια «νεκρή» γλώσσα, αλλά αποκτά ένα εργαλείο που τον βοηθά να μάθει πολύ πιο εύκολα οποιαδήποτε ξένη γλώσσα και να εκφράζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια στη δική του. Εκτός αυτού, όμως, σε αυτές τις γλώσσες έχουν γραφτεί λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και ιστορικά αριστουργήματα, τα οποία λειτουργούν όχι μόνο ως ενδιαφέροντα αναγνώσματα, αλλά και ως πηγή έμπνευσης για τους σύγχρονους καλλιτέχνες.

Επιπλέον, η μελέτη των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών λειτουργεί σαν ένα είδος «πνευματικής προπόνησης», καθώς γίνεται η αποκωδικοποίηση ενός σύνθετου συστήματος. Αυτή η διαδικασία αναπτύσσει τη δομημένη σκέψη και την κριτική ικανότητα, δεξιότητες που, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, είναι εξαιρετικά χρήσιμες ακόμα και στον προγραμματισμό ή τα μαθηματικά. Και, φυσικά, είναι ο πολιτισμός. Το να διαβάζεις Πλάτωνα ή Κικέρωνα από το πρωτότυπο σε φέρνει σε άμεση επαφή με τις ρίζες της δημοκρατίας και της ηθικής. Μαθαίνεις για τη δικαιοσύνη, την αρετή, την πολιτική και κοινωνική σου υπόσταση, προσφέροντας μια πνευματική θωράκιση απέναντι στον σύγχρονο λαϊκισμό.

Φυσικά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα σοβαρά επιχειρήματα της αντίθετης πλευράς. Το βασικό πρόβλημα είναι ο χρόνος και η χρησιμότητα, καθώς πολλοί θεωρούν ότι τα σημερινά παιδιά πρέπει να προετοιμαστούν για μια ψηφιακή οικονομία. Όταν το ωρολόγιο πρόγραμμα είναι ήδη φορτωμένο, πολλοί αναρωτιούνται αν αξίζει να αφιερώνονται τόσες ώρες στη γραμματική και το συντακτικό γλωσσών που δεν μιλιούνται πια, αντί για τα STEM, την πληροφορική ή την περιβαλλοντική αγωγή.

Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος κίνδυνος, αυτός της σχολικής αποστροφής. Αναλυτικότερα, όταν πιέζεις έναν μαθητή που δεν έχει καμία κλίση προς τις ανθρωπιστικές σπουδές να μάθει Αρχαία με το ζόρι, το αποτέλεσμα είναι συχνά το αντίθετο από το επιδιωκόμενο. Αντί να εκτιμήσει τον κλασικό πολιτισμό, καταλήγει να τον μισεί, συνδέοντάς τον με την κούραση και την αποτυχία.

Ίσως η λύση να μην είναι ούτε η πλήρης κατάργηση ούτε η καταναγκαστική επιβολή. Ίσως η λύση είναι η μεσότητα, η υποκειμενική μεσότητα, η οποία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, για τον καθένα είναι ξεχωριστή, ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες. Μια πιο σύγχρονη πρόταση θα μπορούσε να κινείται σε δύο επίπεδα. Συγκεκριμένα, στις μικρότερες τάξεις, η επαφή θα μπορούσε να είναι υποχρεωτική αλλά διαφορετική, δηλαδή λιγότερη γραμματική και περισσότερη ουσία, εστιάζοντας στην ετυμολογία, τη μυθολογία και τη φιλοσοφία μέσα από μεταφρασμένα κείμενα που μιλούν στην ψυχή των παιδιών. Στις μεγαλύτερες τάξεις, η εμβάθυνση στη γλώσσα θα μπορούσε να είναι μάθημα επιλογής για όσους πραγματικά ενδιαφέρονται για τις νομικές ή τις κοινωνικές επιστήμες. Αυτό το μοτίβο θα μπορούσε να εφαρμοστεί στα εκπαιδευτικά συστήματα όλου του κόσμου, ειδικά στις χώρες όπου η γλώσσα τους έχει ρίζες και γλωσσικά δάνεια από τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά.

Τελικά, η επιστροφή της αρχαιότητας στη μεγάλη οθόνη μάς θυμίζει ότι οι ιδέες εκείνες παραμένουν ζωντανές. Τα Αρχαία και τα Λατινικά έχουν τεράστια αξία, αλλά, για να την αναγνωρίσουν οι μαθητές, πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο που τα διδάσκουμε. Λιγότερη τυπολατρία και περισσότερη σύνδεση με τα προβλήματα και τα ερωτήματα του σήμερα. Αυτό είναι το στοίχημα για το σχολείο του 21ου αιώνα.

Συντάκτης: Κατερίνα Γεωργίου