Μάρτιος 2014. 

Το μόνο που ήθελα ήταν να σε ζήσω. Και είναι αλήθεια πως δεν τα κατάφερα ούτε στο τόσο.

Ήθελα να είσαι μέρος, κομμάτι αναπόσπαστο της καθημερινότητας μου.

Να μοιραζόμαστε μια καθημερινότητα μαζί. Μια καθημερινότητα.

‘Ενας καφές για δύο τα πρωινά, ο ήχος από τα κλειδιά σου όταν θα γυρνούσες από τη δουλειά, η φωνή σου, καθώς θα με ρωτάς για όποιο μικροπράγμα, να γίνομαι όμορφη για εσένα, δίχως στιγμή να φοβηθώ για τη ρουτίνα.

Και τρέχει ο λογισμός μου σε εκείνη την πρώτη νύχτα που ζήσαμε.

Θυμάμαι που σου είπα πως εδώ δεν πρόκειται να σε πληγώσει κανείς και εσύ μου χαμογέλασες και μου έσφιξες το χέρι.

Θυμάμαι ακόμη την αμηχανία σου, καθώς μου έλεγες πόσο πολύ σου αρέσω. Μέχρι τότε, βλέπεις, πήγαινες στα τυφλά μαζί μου.

Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που γέμισε το σπίτι με την παρουσία σου, το σώμα σου ακουμπισμένο στην πόρτα του μπάνιου, τα χέρια σου που αμήχανα πλήγωναν τον άερα σχηματίζοντας αφηρημένα όσα ένιωθες και δε μπορούσες να εκφράσεις με λέξεις.

Θυμάμαι ακόμη το γέλιο σου –ακόμη και σήμερα χτυπάει στους τοίχους– και την έκφραση στα μάτια σου όταν με αποχωριζόσουν.

Κλείνω τα μάτια και σ΄ ακούω να λες το όνομά μου. Και τρελαίνομαι. Και πιάνω πάτο και θέλω να μείνω εκεί.

Σου έχω πει άραγε πόσο όμορφος είσαι; Ότι μου λείπεις; Πως εκβίασα τον εαυτό μου να σ’αφήσω να πας στο καλό, να μη σε επιθυμώ στο καθετί όμορφο, σημαντικό ή ασήμαντο, να πάψω να σου γράφω;

Να μη θέλω να σε ζήσω, να μη σ’ αποζητώ. Να μη με καίει που δεν είμαι εγώ αυτή που άλλαξε τις κουρτίνες, που σ’ αναπνέει κάθε μέρα, που η μυρωδιά σου γίνεται ένα με τη δική της, που σου χαμογελά, που σου γκρινιάζει για τα μισά ψώνια από το σούπερ μάρκετ.

Το μόνο που ήθελα ήταν να σε ζήσω, να ζήσω, να ζήσουμε μαζί. 

Μα εσύ μου το απαγόρευσες. Και ίσως να έχεις δίκιο πως μετά από τέτοια αγάπη δεν έχουμε τίποτα να πούμε πια. Τίποτε που να τα κάνει όλα πιο εύκολα. Που να μας κάνει να ξεχάσουμε.

Δε με πειράζει. Μου κοστίζει.

Και εσύ ζεις. Χωρίς εμένα.

Σε είχα διαβεβαιώσει όταν μου γκρίνιαζες για το τι θα κάνεις αν μια μέρα με χάσεις, «Θα ζήσεις, όπως και να έχει θα ζήσεις.»

Γιατί εσύ είσαι πιο δυνατός από εμένα. Γιατί εσύ ξέρεις να επιβιώνεις από τέτοιες καταστροφές.

Εγώ πάλι κρύβομαι. Δήθεν προχωράω, αλλά αν γυρίσεις θα με βρεις ακριβώς στο ίδιο σημείο που με άφησες. Καταβεβλημένη από τη δράση γύρω μου, από την αναμονή μιας ευτυχίας που μου στέρησες.

Είσαι στα αλήθεια θυμωμένος μαζί μου, για εκείνο το «ψεύτης» που σου χρέωσα. Και καλά κάνεις. Αυτός ήταν ο σκόπος μου.

Να χτίσουμε ένα τείχος τόσο δυνατό και αδιαπέραστο. Να μη με ψάξεις, να είσαι ευτυχισμένος. Να μη στα κάνω όλα δύσκολα, όπως έλεγες. Το ήθελες από καιρό να σε διευκολύνω. Το έκανα με το χειρότερο και αποτελεσματικό τρόπο.

Και κάηκα, για να ξαναγεννηθώ με την ελπίδα πως θα πάψω να νιώθω, να σκέφτομαι τα «αν» και τα «γιατί» και με επαναφέρω βίαια στη λογική και στο σήμερα, για να μην πάρει χώρο το συναίσθημα και επιβληθεί.

Σκεφτόμουν τι κέρδισα, ποια γνώση μου προσέφερε αυτή η σχέση, και μειδίασα και απάντησα τη γνώση ότι δεν ήσουν για εμένα, δεν ήσουν εσύ αυτός ο ένας και η καρδιά μου επαναστάτησε.

Γιατί αυτή ξέρει.

Αυτή το έζησε το θαύμα. Και της λείπεις.

Γκρινιάζει που δεν την ακούω, φωνάζει, και εγώ απλά ελπίζω ότι μια μέρα θα κουραστεί και θα σταματήσει, θα το πάρει απόφαση ότι δεν πρόκειται να ζήσει κοντά στη δική σου.

Και ίσως τότε μπορέσω να βρω κάτι έξυπνο να σου πω.

 

 

Συντάκτης: Μαρία Κωφίδου