Αφήνουμε πίσω μας την υπερβολή της δεκαετίας του ‘80, με τα έντονα χρώματα, τα ρούχα με βάτες στους ώμους, τα μαλλιά με περμανάντ, τις μπούκλες, τα χτενίσματα με τον απίστευτο όγκο και τους τόνους λακ, και περνάμε σε μια νέα εποχή. Η δεκαετία του ‘90 φέρνει τεράστιες αλλαγές στην τεχνολογίας, τη μουσική, τη τηλεόραση, τη μόδα και γενικότερα στην καθημερινή ζωή. Είναι μια περίοδος κατά την οποία ο κόσμος αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς και πολλά από όσα γνωρίζαμε αρχίζουν να παίρνουν διαφορετική μορφή.
Παρόλο που η δεκαετία του’90 υπήρξε μια περίοδος σημαντικών ιστορικών γεγονότων και μεγάλων αλλαγών, στη μνήμη του κοινού έμεινε έντονα χαραγμένη και μια άλλη, πιο ανάλαφρη, διαφορετική πλευρά της εποχής: η trash TV. Ας θυμηθούμε μερικά από τα σημαντικότερα γεγονότα της δεκαετίας από το 1990 έως το 1999:
– Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης
– Η γέννηση και η εξάπλωση του Παγκόσμιου Ιστού (World Wide Web)
– Η κλωνοποίηση του προβάτου Ντόλι
– Ο πόλεμος στη Βοσνία και η τραγωδία της Σρεμπρένιτσα
–Η κατάργηση του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.
Οι αλλαγές, όμως, δεν περιορίστηκαν μόνο στα μεγάλα γεγονότα και στην τεχνολογία. Άλλαξε αισθητά και ο τρόπος που ενημερωνόμασταν, ψυχαγωγούμασταν και βλέπαμε την καθημερινότητα μας μέσα από την τηλεόραση.
Και ποιος δεν θα θυμάται την άνθιση των ιδιωτικών καναλιών, που έφεραν στις οθόνες μας μια νέα μορφή τηλεόρασης: Εκπομπές με τηλεοπτικά «παράθυρα», τα πάνελ και οι καλεσμένοι έγιναν όλοι μέρος της καθημερινότητάς μας, μέσα από συζητήσεις όπου όλοι μιλούσαν ο ένας πάνω στον άλλον, με έντονες αντιπαραθέσεις και καβγάδες που πολλές φορές έμοιαζαν να είναι μέρος του ίδιου θεάματος. Και κάπου εκεί, η παρουσιάστρια ή ο παρουσιαστής της εκάστοτε εκπομπής, αντί να προσπαθεί να επιβάλλει την τάξη, έμοιαζε πολλές φορές να ρίχνει κι άλλο λάδι στη φωτιά.
Η Αννίτα Πάνια έκανε το τηλεοπτικό της ντεμπούτο με το «Χρυσό Κουφέτο». Η κεντρική ιδέα και η μορφή της εκπομπής ήταν δική της έμπνευση, ένα τηλεοπτικό συνοικέσιο, όπου άνθρωποι έβγαιναν στην τηλεόραση να γνωρίσουν κάποιον/κάποια και να βρουν σύντροφο. Ο Νίκος Κατέλης, με την ιδιαίτερη ομιλία του, αργότερα γνωστός και ως «Κάτμαν», πήγε ως υποψήφιος γαμπρός για να βρει το ταίρι του, αλλά κατέληξε να γίνει μόνιμος συνεργάτης της.

Ακολούθησαν και άλλες εκπομπές αυτού του τύπου με την ίδια παρουσιάστρια όπως οι «Αϋπνίες», το «Je t’aime» και «Τα παρατράγουδα» που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τα ανεπανάληπτα τραγούδια που έγιναν σήμα κατατεθέν, όπως το «Βας Βας Βας» από τον Παρασκευά, το «Μαύρη» από την Τσίλα, το «Θέλω (το’ χω ανάγκη πολύ)» από τον Κωνσταντίνο Βεδουρά, το «Έξω από τα δόντια» από τη Μαλάμω, τις εκρηκτικές ερμηνείες του Ντουρίμ του Αισθησιακού ή του Γιώργου Ταμπάκη με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό “Γεια σου Αννίτα!”, καθώς και φυσικά τον Νίκο Καρβέλα να υπογράφει τους στίχους και τη μουσική τους. Μέσα από αυτές τις εκπομπές, που άφησαν έντονο το δικό τους αποτύπωμα στην ελληνική τηλεόραση, προέκυψαν μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις που έγιναν αμέσως σλόγκαν. Ατάκες όπως το «Να περάσει το επόμενο παρατράγουδο παρακαλώ!», το «Είσαι μια λέρα, γυναίκα αντιπρόσωπος!» ή το κλασικό «Αντώνη αγάπη μου, έλα πάρε με από εδώ» χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα για να περιγράψουμε καταστάσεις απόλυτου παραλογισμού και σουρεαλισμού.

Ήταν άνθρωποι καθημερινοί, άγνωστοι μέχρι εκείνη τη στιγμή, που βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά στις κάμερες και έγιναν αναγνωρίσιμοι σχεδόν μέσα σε μια νύχτα, κουβαλώντας τις ιδιαιτερότητές τους, τις προσωπικές τους ιστορίες και έναν συχνά απρόβλεπτο τρόπο έκφρασης.
Το δικό της αποτύπωμα κατάφερε να αφήσει η εκπομπή «Αυτόφωρο», η οποία προβαλλόταν τις μεταμεσονύκτιες ώρες, σε ένα τηλεοπτικό σκηνικό που έμοιαζε περισσότερο με αίθουσα δικαστηρίου, με τον Πέτρο Λεωτσάκο στο ρόλο του προέδρου και την Πέπη Τσεσμελή στην παρουσίαση. Η θεματολογία επικεντρωνόταν γύρω από κοινωνικά ζητήματα που απασχολούσαν την ελληνική κοινωνία της εποχής και ξεχώρισε κυρίως για τους εκκεντρικούς χαρακτήρες, τις έντονες αντιπαραθέσεις ενώ έμεινε στην ιστορία για τη θρυλική ατάκα «Άλλο Πέπη κι άλλο…πρέπει».

Η Βίκυ Μιχαλονάκου με μεγάλη πορεία στη δημοσιογραφία, έκανε στροφή στην καριέρα της και μεταμορφώθηκε στην εμβληματική δικαστή «στο Ερωτοδικείο». Ήταν μια θεατρικά στημένη παραγωγή σαν ναός της δικαιοσύνης με τη συμμετοχή ανθρώπων που μοιράζονταν προσωπικές ιστορίες ενώ παράλληλα εξετάζονταν ερωτικές υποθέσεις, οι περισσότερες από τις οποίες κατέληγαν σε ομηρικούς καβγάδες στον αέρα.

«Άρχεται η συνεδρίαση του διαρκούς Ερωτοδικείου Αθηνών. Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας», ήτανε η χαρακτηριστική έναρξη της εκπομπής. Φράσεις όπως το «Ο καθένας έχει την αξία του, την ψωνάρα του, την ταλεντάρα του, μπορεί να έρθει να την καταθέσει», ή το «Το ερωτοδικείο είναι μια απευθείας σύνδεση με το κεντρικό παράθυρο των αισθήσεων και των παραισθήσεων» έμειναν αξέχαστες, καθώς ήταν υπερβολικές και γεμάτες χιούμορ. Ο εξαιρετικά ποιητικός λόγος που επέλεγε η παρουσιάστρια αποτελούσε την τέλεια αντίθεση για το απόλυτο χάος που επικρατούσε στο στούντιο.

Το αυτοσχέδιο αυτό παράδοξο δικαστήριο μετατράπηκε γρήγορα σε ένα πεδίο μάχης, χάρη σε μια σταθερή ομάδα εκκεντρικών καλεσμένων που έγραψαν τη δική τους τηλεοπτική ιστορία. Οι εκρηκτικοί καβγάδες ανάμεσα στον Ανδρέα Ευαγγελόπουλο, γνωστό ως «Εθνικό Στάρ», και τον Γιώργο Σταυρόπουλο ή «Μίστερ Εθνικά Μπούτια», ξεπερνούσαν συχνά κάθε όριο, με τις ζωντανές αντιπαραθέσεις τους να καταλήγουν ακόμα και σε σωματικές συγκρούσεις στο πλατό. Στο ηλεκτρισμένο αυτό σκηνικό ερχόταν να προστεθεί η παρουσία της Ελένης Λουκά, καθώς με τα θρησκευτικά της παραληρήματα, τα συνεχή κηρύγματά της για τα θεία και τις θρυλικές της πλέον κραυγές ‘’Μετανοείτε’’ και ‘’Είστε του διαβόλου!’’, η ίδια συμπλήρωνε ιδανικά το παζλ μιας τηλεοπτικής συνύπαρξης που ισορροπούσε μόνιμα ανάμεσα στο γέλιο, την αμηχανία και το απόλυτο θέατρο του παραλόγου.
Οι ανάγκες εκείνης της εποχής επέβαλλαν όλο και περισσότερα τηλεοπτικά προϊόντα χωρίς καθόλου περιεχόμενο, ριάλιτι σόου, και μεσημεριανές εκπομπές που κοιτούσαν μέσα από την κλειδαρότρυπα και θυσίαζαν την αξιοπρέπεια των ανθρώπων για μερικά νούμερα τηλεθέασης, χωρίς κανέναν ενδοιασμό.
Ακόμα μια απίστευτη εκπομπή ήταν «Τα παιδιά της νύχτας» με τον Κώστα Μυλωνά και την Ελεάνα Παγουρά στην παρουσίαση. Το σκηνικό δεν θύμιζε καθόλου τηλεοπτικό στούντιο, αλλά έφερνε πιο πολύ με νυχτερινό καφενείο. Λειτουργώντας με τους δικούς του, ιδιόρρυθμους κανόνες, το σόου έδινε λόγο στους τηλεθεατές, οι οποίοι συμμετείχαν καλώντας τηλεφωνικά και συζητώντας για θέματα όπως το σεξ, οι σχέσεις, η απιστία, ενώ η κουβέντα μπορούσε να πάει σε κάτι εντελώς διαφορετικό μέσα σε λίγα λεπτά, καθώς η γοητεία της εκπομπής βασιζόταν στο άκρως χαλαρό της ύφος. Με ένα ποτήρι ποτό και ένα τσιγάρο στο χέρι, ο παρουσιαστής καθόταν στο πλατό φορώντας καουμπόικες μπότες και τζιν παντελόνι.

Και η λίστα δεν τελειώνει εδώ, μεγαλώνει συνεχώς…
Σε ένα εντελώς διαφορετικό αλλά εξίσου σκηνικό καθημερινής τρέλας, η Σία Λιαροπούλου έγινε αναμφίβολα η οικοδέσποινα των μεσημεριανών. Μέσα από εκπομπές όπως το «Μια νέα αρχή» και «Τα μυστικά της αγάπης», το πλατό μετατράπηκε σε ένα ζωντανό πεδίο οικογενειακών συγκρούσεων, όπου απατημένοι σύζυγοι, πεθερές και γαμπροί έβγαζαν ζωντανά τα άπλυτά τους στη φόρα. Η ίδια, με μια ατάραχη, σχεδόν παγωμένη ψυχραιμία, καθόταν ανάμεσα σε έξαλλους καλεσμένους ως η απόλυτη κυρίαρχη του χάους.

Όλα αυτά τα τηλεοπτικά φαινόμενα, με την πηγαία ενέργεια και τη γραφικότητα τους, δεν ήταν απλώς μια παρένθεση στη νυχτερινή ή μεσημεριανή ζώνη. Ήταν ο καθρέφτης μιας ολόκληρης μεταβατικής εποχής, όπου η ιδιωτική τηλεόραση πειραματιζόταν χωρίς φίλτρα και όρια. Ακόμα κι αν σήμερα πολλές από αυτές τις εκπομπές μοιάζουν με μακρινές αναμνήσεις από έναν άλλον πλανήτη, οι ατάκες και οι χαρακτήρες τους έχουν ριζώσει για τα καλά στην καθημερινότητά μας.
Άλλωστε, σε έναν κόσμο που συχνά παίρνει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά, η επιστροφή σε εκείνη την αυθεντική, κάλτ τρέλα των ‘90s είναι πάντα η καλύτερη διέξοδος.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
