Γράφει η Λίζα Γ. 

 

Αυτή τη φορά θ’ αφήσω πίσω μου αυτούς που έφυγαν, αυτούς που με απογοήτευσαν, αυτούς που με πλήγωσαν. Αυτή τη φορά δε θ’ ασχοληθώ με πικρίες, με λάθη, με απωθημένα.

Αυτή τη φορά θα μιλήσω για σένα. Γιατί ξέρεις, αν δεν υπήρχες εσύ, δε θα είχα την πολυτέλεια να μιλάω για όλα τα υπόλοιπα. Θα ξόδευα όλη μου την ενέργεια στην προσπάθειά μου να βρω κάποιον που να σου μοιάζει, έστω και λίγο.

Θα ξάπλωνα στο κρεβάτι μόνη μου και θα φανταζόμουν τη μέρα που θα με τύλιγε μια αγκαλιά σαν τη δική σου, μια αγκαλιά μέσα στην οποία θα ‘νιωθα ασφαλής και προστατευμένη. Θα ονειρευόμουν έναν άνθρωπο γελαστό, έναν άνθρωπο ικανό να παραμερίζει το γκρίζο του και να στάζει λίγη γλύκα ακόμα και τις πιο μαύρες μέρες του.

Θα έκλεινα τα μάτια μου και θα έπλαθα ένα σύντροφο τρυφερό, υπομονετικό, υποστηρικτικό. Κάποιον που θα με ωθούσε να πηγαίνω όλο και πιο ψηλά. Κάποιον που η αγάπη του θα λειτουργούσε σαν φάρμακο.

Με κούρασαν οι αγάπες που πονάνε, βαρέθηκα να διαβάζω πίσω από τις λέξεις, να προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω βλέμματα και κινήσεις, να μαντεύω αντιδράσεις, ν’ ακολουθώ στρατηγικές.

Θα άκουγα μουσική και θα έφτιαχνα εικόνες, που λες. «Μια σχέση αληθινή», θα σκεφτόμουν, «τι ζητάω;». Θα μας έβαζα σ’ ένα σπίτι μικρό, ζεστό, γεμάτο μυρωδιές από μαγειρευτό φαγητό και γέλια, πολλά γέλια. Θα είχαμε το ίδιο γούστο στις ταινίες και θα περιμέναμε την Παρασκευή το βράδυ, για να κάτσουμε αγκαλιά στον καναπέ και να ξεχάσουμε την κούραση της εβδομάδας. Θα με στήριζες σ’ ό,τι αγαπούσα. Θα μου ‘δινες δύναμη, όταν θα ‘βλεπες ότι οι αντοχές μου λιγοστεύουν.

Α! Δε σου είπα! Θα μας έπαιρνα κι ένα σκύλο και μια γάτα, για να ‘χουμε και τα δύο. Θα τα μεγαλώναμε από μια σταλιά και θα ‘ταν τα μωρά μας. Θα μας τρέλαιναν, το ξέρω, αλλά θα τα λατρεύαμε.

Θα μας έβαζα και ζόρια και φουρτούνες, για να μας δοκιμάσω. Δε το συμπαθώ το τέλειο, με φοβίζει, μου φαίνεται ψεύτικο.

Θα μαλώναμε, μη φανταστείς ότι θα ήταν όλα ήρεμα κι ωραία! Γιατί, από δυναμισμό, θα διαθέταμε άφθονο κι οι δύο κι οι εκρηκτικές προσωπικότητες έχουν κι εκρηκτικούς καβγάδες.

Θα έφευγες για λίγο και θα μου έλειπες, θα ήθελα ν’ ακούσω τη φωνή σου και θα σου ‘κανα και καμιά σκηνή, όταν θ’ αργούσες.

Θα σ’ έσφιγγα πάνω μου όποτε φοβόσουν και θα σου ‘λεγα ότι εγώ είμαι εδώ για σένα και ότι δε θα επιτρέψω να σου συμβεί τίποτα κακό. Θα σε ηρεμούσα και θα σ’ άφηνα να αποκοιμηθείς πάνω μου.

Αν δεν υπήρχες, έτσι ακριβώς θα σε φανταζόμουν. Όμως, υπάρχεις και μάλλον δεν έχεις καταλάβει τι σημαίνει αυτό για μένα. Εγώ φταίω γι’ αυτό, εγώ δε σου το ‘χω πει ποτέ.

Όχι, αυτό δεν είναι γραμμένο για κάποιον που έφυγε από τη ζωή μου. Είναι γραμμένο για σένα που ψήνεις την πίτσα στην κουζίνα, την ώρα που εγώ γράφω στον υπολογιστή.

Και ξέρεις κάτι; Ούτε που σου περνάει απ’ το μυαλό ότι γράφω για σένα. Κι ας είσαι ό,τι ομορφότερο έχω.

Δεν ξέρω πόσα «ευχαριστώ» θα ‘πρεπε να πω, δεν μπορώ να βάλω σε λογική σειρά όλα αυτά για τα οποία σου είμαι ευγνώμων.

Μου άλλαξες τη ζωή, μου άλλαξες τον τρόπο που βλέπω τους ανθρώπους και τις σχέσεις. Σου έδωσα άπειρες αιτίες κι αφορμές, για να φύγεις κι εσύ έμεινες. Σε ταλαιπώρησα και σε ταλαιπωρώ ακόμα κι εσύ θυμώνεις, φωνάζεις, επαναστατείς, αλλά με αντέχεις. Βρίσκεις τη δύναμη να παλέψεις τη μιζέρια και το γκρι, σε καταστάσεις που άλλοι θα το έβαζαν στα πόδια ή θ’ αφήνονταν.

Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο τυχερό θεωρώ τον εαυτό μου που σ’ έχω στη ζωή μου.

Τώρα σταμάτα να με ρωτάς τι γράφω κι άνοιξε την τηλεόραση. Έχουμε και μια σειρά να δούμε. Σε λατρεύω.

Επιμέλεια Κειμένου Λίζας Γ.: Ιωάννα Κακούρη