Γράφει η Μαρίνα.

 

Ζω πια στο δικό σου «ποτέ». Ποτέ δε θα σε αφήσω μου έλεγες, ποτέ δε θα σε κάνω να κλάψεις. Ποτέ δε θα επιτρέψω σε κάποιον να σε βλάψει. Τα «ποτέ» σου έγιναν αυτό ακριβώς που σηματοδοτεί μια λέξη όταν βάζει τέλος σε κάτι. Ποτέ ξανά μαζί.

Και με κοιτάζεις τώρα με μάτια θλιμμένα όπως λέει και το κομμάτι που αγαπώ να ακούω τον τελευταίο καιρό. Κι απορώ γιατί, εφόσον μέσα σου ποτέ δε θα έκανες ξανά το πρώτο βήμα για να διαγραφούν όλα και να ξεκινήσουν από την αρχή. Ποτέ σου δε θα παραδεχθείς το πόσο σου λείπω ή το πόσο θα σου λείψουν οι αληθινές μας στιγμές.

Ξέρεις στη ζωή υπάρχουν δυο λογιών ποτέ. Εκείνα που είναι γεμάτα υποσχέσεις πως δε θα αφήσουν να συμβούν όλα όσα φοβάσαι. Κι εκείνα που θα τερματίσουν άδοξα όλα όσα αγάπησες. Και τώρα καμάρωσέ με να στέκομαι στην πόρτα με όλα τα δικά σου ποτέ στη βαλίτσα μου. Τα λάφυρα μιας σχέσης που ποτέ δε θα τελείωνε.

Και μένεις τώρα να με κοιτάζεις με απορία. Μια απορία που ποτέ μου δε θα καταλάβω. Δε θα μπορέσω ποτέ μου να εξηγήσω το βλέμμα της δικής σου απορίας όσες φορές κι αν έχω προσπαθήσει. Και πίστεψέ με προσπάθησα. Όλα τα βράδια που ενώ κοιμόσουν πλάι μου εγώ γέμιζα απορίες.

Δε μου απέμεινε καμία απάντηση. Πέσαμε θύματα μιας σχέσης που υποσχέθηκε περισσότερα από όσα θα μπορούσε να δώσει. Εσύ έλεγες «σε αγαπώ» έχοντας σίγουρη τη δική μου αγάπη, αυταπόδεικτη κι έμπρακτη. Εγώ έλεγα «σε αγαπώ» έχοντας βέβαιη τη δική μου μόνο αγάπη. Σε αγαπούσα και για τους δυο μας. Κι ίσως να έκανες κι εσύ το ίδιο.

Θέλω να νιώσεις την απουσία μου τόσο έντονα που θα σε πονέσει ο ήχος από κάθε γράμμα του ονόματός μου όταν αυτό θα φτάνει στα χείλη σου. Και ξέρω από τώρα πως δε θα το αφήσεις να βγει προς τα έξω. Θα το πνίξεις μέσα σου όπως κάνεις με κάθε σου συναίσθημα. Ποτέ σου δεν εκφράστηκες στον βαθμό που θα ήθελα να γίνει κι ας γινόμαστε όμορφα ευάλωτοι αγάπη μου όταν αγαπάμε. Και τώρα η σιωπή σου πρωταγωνιστεί και κλέβει την παράσταση. Σου πήρε το ρόλο μέσα από τα χέρια αυτή η σιωπή. Σε εμπαίζει.

Ήσουν πάντα ένα βήμα πίσω μου στα «θέλω» και πολλά βήματα μπροστά στα «αρνούμαι». Τα θλιμμένα βλέμματα κι οι χαμηλόφωνες απαντήσεις δεν πείθουν τώρα, είναι πια αργά. Δεν μπορούν να γίνουν όλα όπως πριν. Δεν μπορεί να γίνει τίποτε όπως ήταν πριν. Έλα να κάνουμε ένα δίκαιο μοίρασμα και να κλείσει αυτή η πόρτα. Κράτησε εσύ τον θυμό, εγώ παίρνω την απογοήτευση. Όσο για την αγάπη, αυτή δε θα τη πάρει κανείς. Τη χάσαμε δικαιωματικά κι οι δυο μας.

Μη με κοιτάζεις πια με βλέμμα απορίας. Σε κοιτάζω και βλέπω αυτό που ποτέ μου δεν περίμενα να δω. Ένα πρόσωπο που τολμώ να πω πως δε γνωρίζω και τόσο καλά πια. Ήταν ένας έρωτας με την ταμπέλα του συμβιβασμού και ενίοτε ροζ αμφίεση για να μας ξεγελά. Δε λυπάμαι όμως για τίποτε. Έρχεσαι; Καιρός να κλείσει πια αυτή η πόρτα, μπάζει από παντού. Κερδίσαμε δικαιωματικά αυτό το ποτέ. Ποτέ ξανά μαζί.