Γράφει ο Γιώργος Μπακάλης.

Ο έρωτας είναι απλός.Ένα κι ένα κάνουν δύο κορίτσι μου.

Θες να είσαι μαζί μου; Θέλω κι εγώ. Θα είσαι. Δε θες; Συγγνώμη, αλλά θα σε κάνω να θες.

Αν και στην περίπτωσή μας νομίζω δε θα χρειαστεί να έχουμε ποτέ αμφιβολία ο ένας για τον άλλο. Αυτό είναι το καλό με μας. Δεν μ’έχεις δεδομένο, ούτε κι εγώ εσένα, αλλά μπορούμε να νιώθουμε ασφάλεια. Μπορούμε και ξεχωρίζουμε τη λεπτή γραμμή που χωρίζει αυτά τα δύο και πατάμε στα πόδια μας.

Με θες. Σε θέλω. Εμπόδια δεν υπάρχουν. Όλα είναι φτηνές δικαιολογίες.

Μας χωρίζει ένα Αιγαίο και όμως βρίσκουμε τη δύναμη και ξεσπάμε πάνω σ’ένα πληκτρολόγιο και σ’ένα μικρόφωνο για να πούμε το σ’αγαπώ που περιμένουμε πώς και πώς να ψιθυρίσουμε ο ένας στο αυτί του άλλου.

Κι άσε τους άλλους να κλαίγονται ενώ τα έχουν όλα. Εμείς δεν έχουμε λιγότερα, αλλά δεν έχουμε περισσότερα.

Ένα ξέρω στα σίγουρα. Όσο είμαστε μαζί, κερδίζουμε. Κερδίζουμε γιατί κερδίζει η αγάπη. Όταν πρέπει έχουμε τις πατούσες μας στη γη και όταν πρέπει πάλι ανοίγουμε φτερά και πετάμε.
Χωρίς όμως να ζούμε σε εξωπραγματικές ουτοπίες.

Σου ζήτησα να μη μου δίνεις ελπίδες, γιατί αν πιστέψω υπερβολικά και αποτύχουμε, δεν θα το αντέξω. Μπορεί να σου ακούστηκε μελό. Ήταν εκ μέρους μου τουλάχιστον ειλικρινές. Μου είπες «μαζί και όπου βγει».

Με γέμισες φως και δύναμη. Με φούσκωσες ελπίδες, αλλά όχι από αυτές που σε κάνουν να νιώθεις ταυτόχρονα μια ανασφάλεια. Από τις άλλες, εκείνες που σε κάνουν και λες ότι δεν ‘πα να με παρακαλάς, τώρα δε σ’αφήνω.
Ούτε τώρα, ούτε ποτέ.

Δε σ’αφήνω γιατί για μένα έγινες αυτή που όταν χρειάστηκα ένα χέρι να πιαστώ, έγινες Τιραμόλας να με πιάσεις να μη χαθώ. Να μη σου χαθώ.

Και τώρα φτάσαμε εδώ που είμαστε. Σωματικά πιο μακριά από ποτέ, πνευματικά πιο ενωμένοι δεν υπήρξαμε. Εσύ να τινάζεις τα μαλλιά σου, σα να μου δίνεις την έγκριση να συνεχίσω την καλή δουλειά και να κάνω το βήμα· κι εγώ να πετάω ένα ηλίθιο αστείο, με το οποίο παραδόξως γελάς.

Ξαναλέω και το τονίζω όσο περισσότερο μπορώ. Ο έρωτας είναι απλός.

Είναι απλός γιατί ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου γρήγορα και ναζιάρικα όταν μιλάμε, μαζεύεις τα μαλλιά σου και τα ρίχνεις στον ένα σου ώμο, γιατί ξέρεις πως έτσι μ’αρέσει, ακουμπάς πάνω στο χέρι σου και με κοιτάς με τις ώρες και δαγκώνεις τα χείλη σου χωρίς να το καταλάβεις, λες και όταν είσαι μαζί μου, σου γίνεται τικ.

Και είναι απλός γιατί όσο εσύ ανεπαίσθητα τα κάνεις όλα αυτά, εγώ σε κοιτάω με ένα ειλικρινές βλέμμα και σου χαμογελάω διάπλατα, γιατί μου είπες πως το χαμόγελό μου το λατρεύεις. Νιώθεις την ασφάλεια ότι θα τηρήσω τα πάντα, όσα υπόσχομαι, κι ας μου ζητάς να μην το κάνω.

Και γιατί όταν βρεθούμε, θα κάνουμε όσα δεν μπορούμε τώρα. Θα αγαπηθούμε όπως ποτέ.

Θα σου χαϊδεύω τα μαλλιά και θα σου φιλάω το λαιμό, κι εσύ θα ακουμπάς το χέρι σου στο στέρνο μου και θα πλησιάζεις το κεφάλι σου να ακούσεις αν οι καρδιές μας χτυπάνε στον ίδιο ρυθμό.

Μούσα μου, εξαιτίας σου νιώθω όπως ποτέ δεν ένιωσα. Συγχαρητήρια, με κατέστρεψες με τον πιο όμορφο τρόπο.

Άντε να μου χαθείς.

Σ’αγαπάω.