rouhgdfrhb

 

Γράφει η Ο. 

 

Βρισκόμαστε πάλι να σμίγουμε. Άλλη μια φορά οι ανάσες δυνατές, ξεφεύγουν από τα χείλη χωρίς φραγμούς και το μόνο που μένει, είναι οι άναρθρες κραυγές μας, που προσπαθούν να καλύψουν τη σιωπή του δωματίου. Ένα πάθος που ξεχειλίζει σαν χείμαρρος, όταν τα χέρια μας πασχίζουν ν’ ανακαλύψουν τις κρυμμένες μας αισθήσεις, καθώς δοκιμάζουν να διεγείρουν κάθε νοητό ή σωματικό κύτταρο του εκστατικού κορμιού μας.

Χορδές τα σώματά μας, που τεντώνονται και πιέζονται στο έπακρο, προκειμένου να συνθέσουν τις πιο μυστικές μας ερωτικές μελωδίες. Εκείνες που ψιθυρίζουμε τραγουδιστά κι ακατάπαυστα ο ένας μέσα στα αφτιά του άλλου, στις μοναδικές στιγμές της δικής μας μυστικής ένωσης.

Είναι κι εκείνα τα αγγίγματα, που σέρνονται αργά πάνω στο δέρμα μας και τα πυρωμένα ακροδάχτυλά μας γίνονται στάχτη κάθε φορά, που γεύεται ο ένας τον άλλο. Αργόσυρτες διαδρομές, διερευνητικές, που επαναλαμβάνονται ασίγαστα, με σκοπό να επισημανθεί κάθε αχαρτογράφητη σπιθαμή των κορμιών μας. Κάθε εκατοστό, κάθε χιλιοστό, κάθε νοητή συντεταγμένη μας. Βλέφαρα που μισοκλείνουν αισθαντικά καθώς η αγκαλιά μας, ανοίγει και μας καταπίνει σε ένα από τα πολλά παιχνίδια των αισθήσεων.

Τα χέρια σου γραπώνονται εξακολουθητικά και με δύναμη. Έτσι για να πιαστείς, για να μην ξεφύγεις και παρασυρθείς με ορμή στο παραμύθι σας. Γιατί φοβάσαι μήπως εγκλωβιστείς στον κόσμο του ονείρου και δε θα καταφέρεις να δραπετεύσεις ποτέ ξανά στη χώρα το πραγματικού. Γαντζώνεσαι εκεί λοιπόν έστω και για μερικά νωθρά δευτερόλεπτα.

Θα επιχειρήσεις να σηκωθείς αφήνοντας πίσω σου τα τσακισμένα, ιδρωμένα σεντόνια για να κοιτάξεις έξω από το παράθυρο. Το ανοίγεις τόσο όσο χρειάζεται, ώστε να εισβάλλει στο δωμάτιο, ο θόρυβος της πόλης, η θολότητα από τα αδύναμα φώτα της, οι σκιές που ορθώνονται πελώριες και νευρικές στους γκρίζους τοίχους, ο απαλός άνεμος που τον νιώθεις στο πρόσωπό σου να σβήνει την έξαψή σου.

Θα γυρίσεις πίσω να κοιτάξεις, θα χαμογελάσεις και θα ρωτήσεις αν θέλει λίγο ακόμα κόκκινο κρασί. Θα γνέψει καταφατικά, θα γεμίσεις τα ποτήρια, θα το νιώσεις πρώτα να υγραίνει τ΄ άπληστα χείλη σου κι έπειτα να κυλά μέσα στις φλέβες σου, να σε ζαλίζει όμορφα, να σε χαλαρώνει περισσότερο. Θα χαμογελάσεις, ενώ θα γευτείς και πάλι τα χείλη του δαγκώνοντάς τα, σε μια προσπάθεια να κλέψεις λίγες από τις πνοές. Ακόρεστα, αχόρταγα, λαίμαργα σαν ένας αδιαμφισβήτητος εγωκεντρικός πλεονέκτης. Θ΄ αφήσεις το κρασί να χυθεί πάνω στο δέρμα μας γλείφοντας τις σταγόνες του με την άκρη της γλώσσας σου. Μία, μία, αργά, νιώθοντας, τα κορμιά μας να δονούνται από τον ανήκεστο ίμερο. Θα τιθασεύσεις με δύναμη τ’ άτσαλα ριγμένα τσουλούφια μας, πάνω στα υγρά μέτωπά μας και θα σύρεις ένα μικρό, κτητικό φιλί εκεί ψηλά.

Ο ήχος του αναπτήρα θα θρυμματίσει τη σιωπή για άλλη μια φορά, καθώς το τσιγάρο ανεβαίνει στα χείλη και ο καπνός του εισέρχεται με βουλιμία στις ανάσες μας. Η λάμψη της φλόγας του, θα χαρακώσει το σκοτάδι σε μια ανώφελη προσπάθεια να φωτίσει στιγμιαία τα γυμνά κορμιά μας και τις σκιές που τρεμοπαίζουν ανήσυχες πάνω τους. Πνευμόνια που πλημμυρίζουν, κύτταρα που τεντώνονται διεγερμένα κάτω από την επιρροή της, μάτια που κλείνουν φέρνοντας στο μυαλό σκηνές από το έντονο πάθος που ανασύρθηκε μέσα από τα κορμιά μας. Μένουμε κι οι δυο σιωπηλοί με ένα ευτυχισμένο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο. Δάχτυλα που κινούνται και μπερδεύονται μεταξύ τους καθώς ο ένας προσπαθεί να κρατήσει λίγη από την αίσθηση των αγγιγμάτων που προηγήθηκαν. Παλάμες που ενώνονται σφικτά γιατί πλανάται μεταξύ μας, εκείνος ο ανυπόταχτος φόβος, μήπως χαθεί η μνήμη της αφής μας στη λήθη του χρόνου.

Θα τραβήξεις το σεντόνι από πάνω σου και θα κατευθυνθείς στο ψυγείο για μια επιδρομή στις ακόρεστες δίψες, που λαίμαργα ξεπηδούν από το στόμα σου. Το κουτάλι θα βυθιστεί στο παγωτό, που πρόσκαιρα θα κατευνάσει τις απαιτήσεις του ουρανίσκου σου. Θα γεμίσεις μ’ αυτό το σώμα μας για να διακρίνεις άλλη μια φορά τους αδιόρατους πόρους του δέρματος να ξεσηκώνονται κάτω από τον χορό των αισθήσεων. Θα γελάσουμε δυνατά καθώς πασαλείβουμε τα πρόσωπά μας με γεύσεις παγωμένης σοκολάτας.

Κι η μουσική θα ξεχυθεί με μιας στο χώρο γεμίζοντας τα μάτια με εικόνες από διασκευασμένες ερασιτεχνικές παραστάσεις. Τραγούδια που συνδέονται μαζί μας, που περιχαρακώνουν και σημαδεύουν τις μυστικές, ιδιαίτερες διαδρομές των προσωπικών στιγμών μας. Τραγούδια, που όταν ακούγονται σε άσχετες στιγμές, μας φέρνουν στο νου τις μικρές ανεξάντλητες αιωνιότητες της ιστορίας μας.

Θα αγκαλιαστούμε άλλη μια φορά πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια καθώς ο κύκλος της συναινετικής μας αποπλάνησης που μόλις έκλεισε, ανοίγει ξανά από την αρχή.

Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!