Στα κλασσικά μυθιστορήματα της Jane Austen συναντάμε τη φράση «We are all fools in love». Ειπώθηκε σε μια εποχή όπου το άγγιγμα των χεριών ή το να γράψεις ένα ποίημα ήταν ισχυρές ενδείξεις ερωτικού σκιρτήματος και φάνταζαν γελοίες και απρεπείς κινήσεις στα μάτια των αριστοκρατών. Σήμερα θεωρούνται ρομαντικές κινήσεις, οι οποίες όμως χαρακτηρίζονται πολύ συχνά ως γελοίες, ίσως γιατί μπορεί δείχνουν μία κάποια αφέλεια ή αδυναμία.

Στο κομμάτι του φλερτ όμως όλοι βγαίνουμε από τα όριά μας. Μπορεί κάποιος να έχει μια λίστα με ατάκες που «πιάνουν» αλλά αυτό δε θα συμβαίνει πάντα. Σε όλους μας έρχεται μία ή δύο φορές η στιγμή που απέναντι στον άνθρωπο που μας έκανε το «κλικ» γινόμαστε χαλί να μας πατήσει. Πράγματα που πριν τα θεωρούσαμε γελοιότητες κι όταν τα βλέπαμε σε άλλους λιγάκι γελούσαμε, σε τέτοιες δυνατές ερωτικές καταστάσεις τα κάνουμε και τα ξανακάνουμε. Μέχρι πόσο όμως επιτρέπεται να γελοιοποιηθούμε, κάνοντας πράγματα που κάποτε κοροϊδεύαμε, για να κατακτήσουμε μια καρδιά;

 

 

Ας δούμε πρώτα γιατί συμβαίνει αυτό. Η απάντηση είναι μέσα στον εγκέφαλό μας. Το γελοίο δεν είναι συνώνυμο της λογικής. Βρίσκεται ακριβώς απέναντί της. Γιατί απέναντι από το λογικομαθηματικό μέρος του εγκεφάλου βρίσκεται το συναισθηματικό μέρος. Σε απλά λόγια, όταν συναντάμε το άτομο που μας εγείρει δυνατά συναισθήματα, όπως είναι τα ερωτικά, η σκέψη από τη λογική μετακομίζει στο συναίσθημα. Και εκεί παύει να μας νοιάζει τι εικόνα βγάζουμε προς τα έξω. Κλειδώνουμε το στόχο στο πρόσωπο του ενδιαφέροντος κι όλα τα άλλα μοιάζουν ασήμαντα.

Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που επιλέγουν να έχουν το διακόπτη μονίμως στο συναίσθημα και δεν τους νοιάζει τι λέει η λογική όσο φλύαρη κι αν αυτή είναι πού και πού. Αυτοί που δε θέλουν βοήθεια να γελοιοποιηθούν στα μάτια του κόσμου προκειμένου να κατακτήσουν τον άνθρωπο που έχουν ερωτευτεί, το βλέπουν μάλιστα και σαν δυνατό τους στοιχείο. Το έχουν κάνει -όπως δηλώνουν- «a state of mind». Δεν είναι λογικό, όταν θέλουμε κάτι πολύ, να υπερτερεί το συναίσθημα έναντι της λογικής;

Και κάπου εκεί, στο εκάστοτε προσωπικό μας ρεσιτάλ γελιοποίησης, έρχονται να μας συνετίσουν οι φίλοι και να προσπαθήσουν να μας γυρίσουν το διακόπτη στη λογική με τις συμβουλές τους. Θα θεωρήσουν τον εαυτό τους ως το «ξυπνητήρι» που χρειαζόμαστε για να επανέλθουμε στην κανονικότητά μας. Αλλά θα είναι και αυτοί που θα είναι δίπλα μας όταν ενδώσουμε τελικά στις τάσεις μας, για να βάλουν πλάτη και να μας καλύψουν. Και εκεί ακόμα δε θα κατακρίνουν τη συμπεριφορά μας, αλλά θα δώσουν και πάλι συμβουλές. Αυτές τις συμβουλές που κατά ενενήντα εννιά τοις εκατό ούτε οι ίδιοι δε θα ακολουθούσαν και σε παρόμοιες καταστάσεις θα συμπεριφερθούν όπως εμείς· για αυτό και καταλαβαίνουν. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα.

Το σίγουρο είναι ότι η επιλογή μας να παίξουμε εκτός της ζώνης άνεσής μας και να κάνουμε πράγματα που κάποτε θεωρούσαμε γελοία και αδιανόητα, δεν πληγώνει κανέναν. Η απόρριψη και η κριτική είναι αυτά που πληγώνουν. Το να έχεις συναισθήματα για κάποιον και να τα δείχνεις με κομψούς ή και άκομψους τρόπους δεν είναι ανόητο, γιατί πολύ απλά είναι ο μηχανισμός που επιλέγεις εσύ για να κατακτήσεις έναν άλλον άνθρωπο. Η συγγραφέας Agatha Christie είχε κάποτε δηλώσει ότι μόνο όταν βλέπεις τους ανθρώπους να γελοιοποιούνται, συνειδητοποιείς πόσο πολύ τους αγαπάς. Και ίσως η γελιοποίηση, με την έννοια του τσαλακώματος, ενός ανθρώπου να κάνει τον άλλο να τον δει πιο συναισθηματικά.

Το πόσο γελοίοι μπορούμε να γίνουμε μπροστά στον έρωτα δεν μπορούμε ποτέ να το υπολογίσουμε.  Μπορούμε να το ελέγξουμε αν θέλουμε, αλλάζοντας φορά στον διακόπτη. Με τη λογική όμως ο έρωτας δεν κατακτιέται. Και όπως είπε και ο Albert Camus, όλες οι σπουδαίες πράξεις και οι σπουδαίες σκέψεις έχουν γελοίο ξεκίνημα.  Και ο έρωτας είναι κάτι σπουδαίο. Σωστά;

 

Συντάκτης: Κέλλυ Ιακωβίδου
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη