Article of the day: O Γιώργος Μαυρογιάννης εξηγεί πότε ο έπαινος λειτουργεί αρνητικά. Διάβασέ το εδώ! 

r532

Έστω ότι έχουμε δύο ανθρώπους που αγαπιούνται. Πόσες υποχωρήσεις είναι αναγκασμένος να κάνει ο καθένας για να αποδείξει την αγάπη του; Ή, μάλλον, όποιος κάνει τις περισσότερες υποχωρήσεις σημαίνει ότι αγαπάει και περισσότερο;

Έχω ακούσει άπειρες φορές για το πενήντα-πενήντα στις ανθρώπινες σχέσεις και μου μοιάζει σαν οικονομική συναλλαγή. Σαν μια σχέση οφέλους-κόστους. Μου θυμίζει εκείνη τη φράση που λέει πως πάντα ο ένας απ’ τους δύο θα αγαπάει περισσότερο. Δεν ξέρω τι σημαίνει, αλλά με βάζει σε μία λογική που κάθε άλλο παρά αμοιβαιότητα θυμίζει. Ενιαία μονάδα μέτρησης στην αγάπη δεν υπάρχει κι αν υπάρξει θα είμαι απ’ τους πρώτους ανθρώπους που θα διαδηλώσουν εναντίον της.

Η υποχώρηση αποτελεί δείγμα αδυναμίας μέχρι να την επιλέξεις συνειδητά. Μέχρι να την κάνεις για να δεις ένα χαμόγελο να σχηματίζεται εξαιτίας σου και να νιώσεις πώς κέρδισες έτσι όλα τα -και καλά- χαμένα. Κάπως έτσι, διαχωρίζεις την υποχώρηση από κάτι δήθεν συμπονετικό και την επιλέγεις αποδεικνύοντας, πρώτα σε εσένα, πως αγαπάς και πως νοιάζεσαι αληθινά.

 

 

Είναι εγωιστικό να βασίζεις την ευτυχία σου αποκλειστικά πάνω σε κάποιον άλλον. Είναι προσωπική υπόθεση η ευτυχία, πρέπει να τη βρει ο καθένας μέσα του, να εντοπίσει τι είναι αυτό που του δίνει χαρά και μετά να τη μοιραστεί. Μπορείς να εξαρτάσαι, το μόνο εύκολο είναι αυτό. Το θέμα, όμως, είναι να χτίζεις κάτι για το οποίο θα καμαρώνεις αργότερα, όχι να τρέφεις τις ανάγκες σου.

Η σχέση είναι το «όλα για όλα» προσωποποιημένο. Η ισορροπία είναι απαραίτητη αλλού, το συναίσθημα δεν το βάζεις στη ζυγαριά για να το μετρήσεις. Φυσικά προστατεύεσαι, αρκεί η αίσθηση αξιοπρέπειας για να το πετύχεις. Ο κάθε άνθρωπος, όμως, γουστάρει να εκδηλώνεται διαφορετικά. Δε θα σε νοιαστεί με τον ίδιο τρόπο που θα το κάνεις εσύ ούτε θα κάνει πίσω τις ίσες φορές. Κι αυτό είναι εντάξει.

Έχουμε μια αρρωστημένη τάση να προσπαθούμε να αλλάξουμε τους ανθρώπους που επιλέγουμε να βάλουμε στη ζωή μας. Γινόμαστε κάφροι και χειριστικοί, ξεχνάμε τι λατρέψαμε πάνω τους και το πλάθουμε με δικές μας κινήσεις από την αρχή. Όταν το συνειδητοποιούμε, συνήθως, είναι πολύ αργά. Τυφλωνόμαστε από την ανάγκη του τέλειου, προσπαθούμε να έχουμε το ιδανικό που δεν υπάρχει. Είναι τόσο όμορφο που είμαστε ατελείς και τόσο άσχημο που φοβόμαστε να το δεχτούμε.

Υπάρχει κι άλλη όψη, που δεν έχει μάθει να ανθίζει αν δεν την ποτίζουν. Είναι αυτονόητο πως χρειάζεσαι λόγο για να υπάρχεις κάπου, αλλιώς καλύτερα να μη βρίσκεσαι εκεί καθόλου. Με την προϋπόθεση, ωστόσο, να μη γίνει η σχέση μια διαδικασία αγοραπωλησίας, ένα πάρε-δώσε κι άλλες τέτοιες στεγνές διαπραγματεύσεις που αναιρούν το δέσιμο μεταξύ δύο ανθρώπων και το μετατρέπουν σε αριθμούς κι ανθυγιεινή καθημερινότητα. Τι πάει να πει πενήντα-πενήντα άλλωστε και πού ακριβώς διαφέρει από το εξήντα-σαράντα ή το ογδόντα-είκοσι;

Για να γίνεις ο άνθρωπος κάποιου πρέπει πρώτα να γίνεις ο δικός σου άνθρωπος. Όπως και για να αποτελέσεις μέρος της ευτυχίας κάποιου, οφείλεις πρώτα να ξέρεις τον τρόπο που εσύ μπορείς να γίνεις ευτυχισμένος. Το να αγαπάς και να σε αγαπούν με τρόπο υγιή είναι από τα πιο σπουδαία πράγματα σε πραγματικότητες αρρωστημένες.

Δεν υπάρχει πενήντα-πενήντα όταν αποφασίζω να μοιραστώ ό,τι είμαι μαζί σου. «Θέλω να σου χαρίσω όλο τον κόσμο μου», υπάρχει κι είναι τόσο επικίνδυνο όσο διαβάζεται. Γι’ αυτό να προσέχεις τι κόσμους τάζεις και κυρίως, πού.

Συντάκτης: Γωγώ Κυριακίδου
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη