Θύτης και θύμα. Μια σχέση που αναπτύσσεται λόγω μιας αιτίας και κλιμακώνεται όταν εκτελεστεί το έγκλημα. Μην μπερδεύεσαι, δε χρειάζεται να μιλάμε για φόνους κι αιματοχυσίες αλλά για εγκλήματα πιο τρομαχτικά, εκείνα που αφορούν τα συναισθήματά μας. Εκείνα που εξαιτίας τους γίναμε λίγο πιο κυνικοί, λίγο πιο φοβισμένοι, και φυλακίσαμε το παιδί που κρύβαμε μέσα μας και κάποτε του επιτρέπαμε να βγαίνει κι έξω μας.

Ήταν, λοιπόν, μια φορά κι έναν καιρό, ένας θύτης διψασμένος. Γοητευτικός, με λέγειν, ήξερε πώς να πλανέψει το θύμα του, πώς να του γίνει απαραίτητος, πώς να εισχωρήσει στα απόκρυφα της ψυχής του κι ύστερα να δώσει, με άνεση, το τελικό του χτύπημα.

Ήταν, όμως, μια φορά κι έναν καιρό, κι ένα θύμα. Συνήθως τα θύματα είναι ονειροπόλα, ψάχνουν ανάμεσα στα σκατά του κόσμου μας ένα τριαντάφυλλο να τα αγαπήσει. Έχουν, όμως, και μια τάση αυτοκαταστροφής, ίσως και μια αφέλεια που τα κάνει να ερωτεύονται πάντα όσους μοιάζουν με θύτες. Λες και γοητεύονται απ’ τα αγκαθωτά άνθη, ελπίζοντας μάταια πως θα καταφέρουν να βγάλουν τα αγκάθια.

Είναι, λοιπόν, κάπως μπερδεμένο∙ υπάρχουν οι θύτες που όντως έχουν κάποιο τριαντάφυλλο κρυμμένο μέσα τους, κι υπάρχουν και τα απονήρευτα θύματα που παλεύουν να φτιάξουν έναν κήπο στη ζωή τους. Ωστόσο, σε ποια κατηγορία ανήκουμε εμείς; Υπάρχουν κατηγορίες; Ή, μήπως, είμαστε όλοι λίγο απ’ όλα; Λίγο θύτες και λίγο θύματα, σε κάθε ιστορία με διαφορετικό ρόλο.

Κι εσύ που τώρα κλαις γιατί σε εκτέλεσαν, κάπου, κάποτε, στην ιστορία ενός άλλου, ήσουν ο κακός, ο θύτης με αιτία και σκοπό. Έχεις ατιμάσει κι εσύ την αθωότητα κάποιου, έχεις λεηλατήσει την ψυχή του. Μην κλαις, λοιπόν, συνέχεια, μη ρίχνεις ευθύνες, μην ξεχνάς τον ρόλο σου σε άλλες παραστάσεις της ζωής σου. Δε σε κρίνω, απλά σου θυμίζω, σου φωτίζω και την άλλη πλευρά του νομίσματος.

Το κάνω γιατί είναι και μια λύτρωση άμεσης ανάγκης, όταν σκεφτόμαστε πως δε μας καταλαβαίνει κανείς. Μερικούς δεν τους καταλάβαμε ούτε εμείς, δεν τους αγαπήσαμε όσο έπρεπε ή απλά δεν μπορέσαμε να τους αγαπήσουμε, κι αυτό είναι εντάξει, τόσο είχαμε και τόσο δώσαμε. Δε θέλω να αυτομαστιγωθούμε, ούτε να μιλήσουμε για κάρμα και συμπαντικές τιμωρίες. Απλά, στο όνομα μια ρεαλιστικής πραγματικότητας, ας αναγνωρίσουμε και τα δικά μας εγκλήματα.

Είσαι, λοιπόν, και θύτης και θύμα. Ελπίζω να υπερισχύει το δεύτερο, γιατί οι αμετανόητοι θύτες βυθίστηκαν σε μια μοναξιά που την κατάλαβαν όταν πλέον δεν υπήρχε κανείς να τους ακούσει. Ανακάλυψαν το τριαντάφυλλο μέσα τους όταν πια δεν υπήρχε κανείς να το ποτίσει, κανείς να το αγαπήσει. Κι έμειναν με δάκρυα στα μάτια παγωμένα, όταν θυμήθηκαν κάποιες αγκαλιές που είχανε ρημάξει. Έχεις δικαίωμα στο έγκλημα, άνθρωπος είσαι, αλλά οφείλεις να μην το επαναλάβεις, στο όνομα μιας ευτυχίας στην οποία όλοι έχουν λόγο.

Ευτυχία, είπα, κι αναρωτήθηκα. Ψάχνουν κι οι θύτες την ευτυχία; Τι ψάχνουν, αλήθεια; Πώς μπλέκονται έτσι οι ιστορίες των ανθρώπων; Άραγε, βρέθηκαν ποτέ δύο θύτες μαζί; Δένουν τέτοιοι ρόλοι; Δύο θύματα μαζί έπαιξαν ποτέ σε κάποια παράσταση; Μπορεί να υπάρξει ο ένας χωρίς τον άλλο ή από αναγκαιότητα για εξέλιξη, μέσω της διάλυσης, πρέπει να υπάρχουν και θύτες και θύματα; Γιατί είναι όλα τόσο περίπλοκα; Ίσως γιατί είναι ο μοναδικός δρόμος προς την ευτυχία. Έτσι φτιάχτηκε ο κόσμος, δεν μπορούμε να αλλάξουμε κανόνες, μονάχα να πορευτούμε μαζί τους.

Μια πορεία, χαραγμένη από αγγέλους και δαίμονες, απαραίτητοι ο ένας για τον άλλο. Μια πορεία με ρόλους που εναλλάσσονται και διαδέχονται ο ένας τον άλλο μέχρι να κατασταλάξουν.

Ήταν, λοιπόν, μια φορά κι έναν καιρό, κάποιοι θύτες και κάποια θύματα, κι ήταν και κάποια θύματα και κάποιοι θύτες. Κι ανάβανε τσιγάρα, και πίνανε, και κάνανε έρωτα μεταξύ τους. Και πάντα κάποιος έφευγε, και κάποιος έμενε. Και κάποιος γέλαγε και κάποιος έκλαιγε. Και δεν ήξεραν ποιος είναι ποιος.

 

Συντάκτης: Eύα Μπάκα
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη