Έχουμε αφιερώσει άρθρα, τραγούδια, λέξεις, σκέψεις στους πληγωμένους. Τους δικαιώνουμε, τους εξυψώνουμε και συχνά τους αθωώνουμε, γιατί μη γελιόμαστε, πάντα ταυτιζόμαστε περισσότερο με την πληγωμένο παρά μ’ αυτόν που πληγώνει. Ενοχοποιούμε πάντα το θύτη, χωρίς να σκεφτούμε τι τον οδήγησε σ’ αυτήν την πράξη κι αν ο ίδιος έχει πληγωθεί.

Ε λοιπόν, αυτό το άρθρο είναι για όσους πληγώνουν. Γιατί είναι τέχνη το να πληγώνεις σωστά. Θέλει σωστούς χειρισμούς, αποφασιστικότητα, ψυχραιμία και κυρίως αποστασιοποίηση. Όσοι πληγώνουν χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ακριβώς όπως οι δολοφόνοι στις σειρές της τηλεόρασης.

Αρχικά, υπάρχουν οι ερασιτέχνες δολοφόνοι, οι άτσαλοι, οι «χασάπηδες», οι απρόσεκτοι. Αφήνουν έναν τόπο εγκλήματος χάος, με στοιχεία τους παντού. Συνήθως δεν έχουν προγραμματίσει την ενέργειά τους, ούτε έχουν πολυσκεφτεί. Όλα γίνονται εν βρασμώ ψυχής και είναι πολύ πιθανό να ξαναγυρίσουν στον τόπο του εγκλήματος.

Έτσι είναι κι όσοι πληγώνουν χωρίς να έχουν ζυγίσει την όποια απόφασή τους. Βρίσκονται σε πανικό, σε εγρήγορση, δεν είναι σίγουροι γι’ αυτό που κάνουν, αλλά θέλουν να το κάνουν τώρα. Να τελειώσουν την όποια κατάσταση όπως-όπως κι ας το μετανιώσουν μετά, μόνο να μη μείνουν άλλο εκεί. Φυσικά, μπορεί μετά τη μεγάλη έξοδο να κάνουν ακόμα μεγαλύτερη επανεμφάνιση κι εκεί ακριβώς έγκειται ο ερασιτεχνισμός.

Και υπάρχει και η άλλη κατηγορία. Οι δολοφόνοι που τα έχουν μελετήσει όλα με καθαρό μυαλό. Είναι ψύχραιμοι, έχουν αποστασιοποιηθεί από το θύμα, έχουν σκεφτεί μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια κι έχουν λύση για οτιδήποτε μπορεί να πάει στραβά. Δεν αφήνουν ποτέ στοιχεία στο χώρο και ό,τι κάνουν το κάνουν με τάξη. Εννοείται πως δεν ξαναγυρίζουν στον τόπο του εγκλήματος γιατί ξέρουν καλά πως κάτι τέτοιο μπορεί να αποβεί μοιραίο και για τους ίδιους.

Έτσι είναι και όσοι αποφάσισαν να πληγώσουν εν ψυχρώ. Το έχουν σκεφτεί πολύ, έχουν κατασταλάξει μέσα τους, δεν αφήνουν περιθώρια παρανοήσεων ή διαφυγής. Δε σε αφήνουν καν να πιστέψεις ότι μπορεί να το ξανασκεφτούν και ν’ αλλάξουν γνώμη. Άπαξ και η απόφαση έχει παρθεί, όλα θα γίνουν σύμφωνα με το πρόγραμμα, όπως τα έχουν σκεφτεί εκείνοι. Και η στιγμή που σε πληγώνουν είναι και η τελευταία φορά που τους βλέπεις.

Φυσικά, πληγώνει καλύτερα όποιος είναι πλήρως συνειδητοποιημένος γι΄αυτό που κάνει. Αυτός με το παγωμένο βλέμμα, αυτός που δεν υποκύπτει σε συναισθηματικούς εκβιασμούς, αυτός που θυμίζει ψυχρό εκτελεστή εν ώρα εργασίας. Πληγώνει με τη στάση του, την αδιαφορία του, την έλλειψη συμπόνιας ή τουλάχιστον συμπάθειας.

Κι εύλογα προκύπτει το ερώτημα: Τι είναι αυτό που καθορίζει αν είσαι επαγγελματίας στο να πληγώνεις ή ένας απλός ερασιτέχνης; Και η απάντηση είναι ότι πληγώνει καλύτερα, όποιος έχει πληγωθεί.

Γιατί αυτός που έχει πληγωθεί, αυτός που έχει βρεθεί πολλάκις κι από την απέναντι πλευρά, ξέρει τι είναι αυτό που πονάει περισσότερο. Ξέρει ότι πληγώθηκε ακριβώς από αυτόν τον επαγγελματισμό, από την αίσθηση ότι ο άλλος είναι εντελώς σίγουρος γι’ αυτό που κάνει και κυρίως, από την ιδέα ότι ο ίδιος δεν μπορεί να δράσει. Αυτό είναι που πληγώνει περισσότερο από όλα, η αίσθηση ότι είσαι ανήμπορος, η ιδέα πως ό,τι κι αν κάνεις θα πέσεις σε τοίχο και το μόνο που μένει, είναι να κάτσεις άπραγος και να περιμένεις το τέλος.

Πληγώνεις καλύτερα όταν ξέρεις πώς είναι τα πράγματα εκ των έσω και ξαφνικά βρεθείς στην πλευρά του θύτη. Ξέρεις ότι οποιαδήποτε στιγμή δισταγμού σου θα δώσει στον άλλον ελπίδα, οπότε δείχνεις αποφασισμένος. Ξέρεις ότι οι συναισθηματισμοί μπορούν εύκολα να σε κάνουν θύμα, οπότε παίρνεις τις αποστάσεις σου. Και ξέρεις ότι χειρότερο πράγμα από το να εξαφανιστεί ο άνθρωπος που εμπιστεύτηκες δεν υπάρχει. Γι’ αυτό και μετά την απόφασή σου δεν εμφανίζεσαι ξανά.

Κι αν θεωρείς ότι όλα τα παραπάνω είναι για τους κυνικούς κι αυτούς που δεν αφήνονται, ίσως θελήσεις να το ξανασυζητήσουμε την επόμενη φορά που θα φας τα μούτρα σου.

 

Συντάκτης: Σοφία Καλπαζίδου