Νομίζω η κινητήριος δύναμη που ένωνε τους ανθρώπους ερωτικά ήταν πάντα η ανάγκη να τους νοιάζονται και αυτό να είναι αμφίδρομο. Κι είτε από εγωισμό, είτε από βαθύ συναίσθημα πάντα προσπαθούσες με χίλιους συν έναν τρόπους να ανακαλύψεις τελικά αυτό το ακατάλυτο «σε νοιάζομαι». Σ’ αυτό το «συν έναν» ήλπιζες ότι θα την έπαιρνες την επιβεβαίωση κάποτε, θα την έβλεπες τη λαχτάρα του άλλου για την ύπαρξή σου, στο βλέμμα, στις συνουσίες ή στις κουβέντες.

Όσο πιο μικρός είσαι, τόσο μεγαλύτερη επαναστατικότητα σε διακατέχει και στον έρωτα. Περιμένεις να δεις τη φροντίδα σε υπέρλαμπρα και αδιάψευστα κατορθώματα. Κατορθώματα που κάνουν φασαρία με το ζόρι. Μα μεγαλώνεις. Τότε μόνο αρχίζεις και βιώνεις τη σημασία ολάκερη. Στα μικρά πράγματα, στα «τιποτένια» ξεπροβάλλει η έγνοια και το «νοιάξιμο». Όπως κι αυτό το τόσο απλό «Τηλεφώνησέ μου όταν φτάσεις για να ξέρω»!

Φράση λιτή κι απέριττη συντακτικά. Μα εγώ μέσα της βλέπω κύρος κι επιβλητικότητα. Προστατεύει τα «σ’ αγαπώ», τα «σε θέλω», τα «μην πάθεις κακό». Είναι θησαυρός για τα ανομολόγητα. Είσαι ο αποδέκτης του πιο σθεναρού «νοιάζομαι» που υπάρχει κι ο πομπός λαχταρά μονάχα να το ξέρεις. Αποτελεί αδιαμφισβήτητη λύτρωση για τους εσωστρεφείς και για τους πιο τολμηρούς έναν ακόμη τρόπο να αποδείξουν το πάθος τους.

Θα στην πει ο άνθρωπος που καίγεται για εσένα και δεν του ρίχνεις ματιά, το ταίρι ή εκείνος ο πιο ντροπαλός που ποτέ δεν ομολόγησε τα αισθήματά του. Πάντα θα την ακούς λίγο πριν σε αφήσει να φύγεις. Πριν σε αποχωριστεί. Και θα στην πει άνετα μεν, με στόμφο δε. Για να την ακούσεις καλά. Γιατί δε φαντάζει υποχρέωση για εκείνον, αλλά δικαίωμα. Θέλει μόνο να καθησυχαστεί ότι έφτασες αρτιμελής και ασφαλής, ότι δεν έγινε τίποτα που θα σε έβλαπτε στο δρόμο και που ίσως θα ‘ταν πιο βλαπτικό για εκείνον μετά.

Σαν να μετατρέπεται σε ευχή όταν διανύεις μικρές αποστάσεις ή μακρινά ταξίδια. «Κανόνισε να προσέχεις» κι ας είναι διακόσια μέτρα, χιλιάδες χιλιόμετρα ή εκατοντάδες μίλια. Την αισθάνεσαι την ανθρωπιά βαθιά μέσα στο «τηλεφώνησέ μου» εμπλουτισμένη με λίγο έρωτα, λίγη αγάπη, πολύ τρυφερότητα. Έχει μια υφή αγνή κι ανέγγιχτη. Ενώνει ψυχές. Και θα ακολουθείται πάντα από αυτό το χτύπημα στην πλάτη κι αυτό το χαμόγελο που καμιά φορά βλέπεις στις ταινίες και θεωρείς γλυκανάλατο.

Μέσο έκφρασης και επικοινωνίας είναι, στήριγμα στο ακατάσβεστο καρδιοχτύπι του αισθηματία για τη δική σου πάρτη. Αποκαλύπτει όλα αυτά που με βάσανο και δειλία αποφεύγουμε να φανερώσουμε για να μην αναλάβουμε την ευθύνη τους.

Βαρύγδουπο ακουγόταν στα αυτιά μου πάντα και με μάγευε. Δίνει μια ευκαιρία ακόμη σ’ αυτόν που το ξεστομίζει. Του δίνει χρόνο να σε ακούσει άλλη μία φορά κι ας ήσασταν ακατάπαυστες ώρες ή και μόλις μερικά λεπτά μαζί. Να ανταλλάξετε μια «καληνύχτα» ακόμη, ένα «καλά να περάσεις» κι ένα τελευταίο πείραγμα τύπου «κακό σκυλί ψόφο δεν έχει» για να γελάσετε λιγάκι. Γιατί τελικά στα πειράγματα, στα γέλια και στη δήθεν αδιαφορία αγαπιούνται οι άνθρωποι. Παρόλο που εκείνος όταν στο έλεγε είχε ένα σφίξιμο στο στήθος και καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα μέχρι να ενημερώσεις ότι πια δε διατρέχεις κανέναν κίνδυνο.

Δε θα στο πετάξει προσπαθώντας να σε εντυπωσιάσει με την ευγένειά του. Σε νοιάζεται. Και θα τον ξεχωρίσεις. Θα το καταλάβεις ακόμη στα σύντομα τηλεφωνήματά του όταν ξέρει ότι πάλι θα κυκλοφορήσεις. Όχι υποχρεωτικά μόνος σου, αλλά σίγουρα χωρίς εκείνον. Θα στο πει πάνω στο διάλογο λίγο πριν σε κλείσει. Και τότε θα πιάσεις τον εαυτό σου να χαμογελάει, γιατί σου φάνηκε τρυφερό. Αλλά δε θα δώσεις σημασία, γιατί οι άνθρωποι σπαταλάμε ενέργεια σε μύρια ανούσια πράγματα, μέχρι που στο τέλος προσπερνάμε τις σπουδαίες στιγμές.

Ναι, δυνατή στιγμή είναι κι αυτή. Λαμβάνεις ηχηρό μήνυμα ντυμένο με μια γλυκιά ταπεινότητα κι έναν απροσδόκητο σεβασμό. «Πρόσεχε τον εαυτό σου, αφού θα λείπω εγώ». Για κοίτα, πόσα νοήματα περικλείει αυτή η φρασούλα που θεώρησες επιφανειακή στην αρχή!

Ακόμη κι όταν δε θυμηθείς να σηκώσεις το «ρημάδι» να καλέσεις πίσω, εκείνος δε θα το ξεχάσει ή θα σου στείλει μήνυμα για να δει αν όντως έφτασες κι αν είσαι καλά. Και θα συγχωρέσει την αφέλειά σου. Ίσως και να σε «μαλώσει», άλλοτε θυμωμένα και άλλοτε περιπαικτικά, αν τον γράψεις ή δε σηκώσεις το τηλέφωνο γιατί εσύ δεν το άκουγες. Ανησύχησε και δε μπορείς να φανταστείς πόσο φοβήθηκε για εσένα –ακόμη κι αν δε φάνηκε. Εκείνος περίμενε πάντως!

Ξέρω τι σκέφτεσαι. Δεν είσαι ο μόνος που ξεχάστηκες εκείνη τη φορά να πάρεις τηλέφωνο, κοιμήθηκες, αδιαφόρησες. Και ο τρόμος που ένιωσες εσύ όταν το «γαϊδούρι» ή η «γαϊδούρα» ξέχασε να σε πάρει τηλέφωνο, ήταν απερίγραπτος. Και για φαντάσου πώς ξαφνικά η δική σου ασφάλεια και ακεραιότητα να γίνεται η ψυχική ηρεμία κάποιου άλλου. Και για φαντάσου να συναντάς κάποιον που φοβάται μη σε χάσει!

Ο Σαίξπηρ είχε γράψει: «Δεν αγαπούν όσοι δε δείχνουν την αγάπη τους». Να τηλεφωνείς πίσω, βρε άνθρωπε! Να τον ησυχάζεις. Να ηρεμεί ότι ο άνθρωπός του είναι καλά. Ότι εσύ δεν του ‘χεις πάθει κακό. Για να κοιμάται ήσυχα τα βράδια. Για να κοιμάστε ήσυχα κι οι δυο. Γιατί βρήκε τρόπο να σου δείξει πόσο σημαντικός είσαι για τον κόσμο. Πόσο αναγκαίος είσαι στον δικό του ψυχισμό. Γιατί βρήκε κόλπο να σε φροντίζει όταν δεν είναι κοντά σου. Να τηλεφωνείς!

Eπιμέλεια Κειμένου Χριστίνας Σούκη: Σοφία Καλπαζίδου

 

Συντάκτης: Χριστίνα Σούκη