Υπάρχουν κάποιες φράσεις που μοιάζουν σαν μικρά ηλεκτρικά σοκ. Η συγκεκριμένη —«Όταν συνηθίζεις τα ψίχουλα, νομίζεις πως είναι γεύμα»— είναι ακριβώς αυτό: μια υπενθύμιση ότι, καμιά φορά, τρώμε ό,τι βρούμε και πείθουμε τον εαυτό μας πως χορτάσαμε. Σαν να λες «εντάξει, ένα παξιμαδάκι είναι, αλλά έχει και υδατάνθρακες».
Και κάπου εκεί ξεκινά όλη η ιστορία. Το πρόβλημα δεν είναι τα ψίχουλα. Είναι η συνήθεια. Τα ψίχουλα από μόνα τους δεν είναι κακά — μπορεί να είναι και σωτήρια σε στιγμές ανάγκης. Το θέμα είναι όταν τα συνηθίζεις. Όταν τα μασάς τόσο πολύ που τελικά σου φαίνονται αρκετά, ίσως και «νόστιμα». Η συνήθεια έχει έναν μαγικό, αλλά ύπουλο τρόπο να μας κάνει να αποδεχόμαστε καταστάσεις που, σε μια πιο ξύπνια εκδοχή του εαυτού μας, θα μας έκαναν να σηκωθούμε από το τραπέζι. Είναι σαν να πας σε εστιατόριο, να σου φέρουν μόνο το κουβέρ και να λες: «Α, ωραία, ήρθα για το κουβέρ».
Ας ξεκινήσουμε από τις σχέσεις. Ξέρεις, εκείνες τις σχέσεις που σου δίνουν δύο μηνύματα την εβδομάδα, μισό ενδιαφέρον και μια σταγόνα τρυφερότητα — κι εσύ λες «τουλάχιστον κάτι είναι». Κάπου ανάμεσα σε αυτά τα «κάτι» ξεχνάμε ότι οι σχέσεις φτιάχτηκαν για να χορταίνουν, όχι για να ανοίγουν την όρεξη.
Το πιο παράξενο; Οι άνθρωποι που μένουν σε τέτοιες σχέσεις συχνά δε φαντάζονται καν ότι μπορούν να έχουν περισσότερα. Έχουν ξεχάσει τι πάει να πει «γεμάτο πιάτο». Και δε φταίνε. Η συνήθεια κάνει δουλειά. Είναι σαν να βλέπεις τον εαυτό σου να πανηγυρίζει επειδή κάποιος θυμήθηκε να σου απαντήσει με emoji. Ψίχουλα. Αλλά λαμπερά.
Περνάμε στο εργασιακό μενού. Πολλοί άνθρωποι μένουν σε δουλειές που τους πληρώνουν τα βασικά, τους αναγνωρίζουν ελάχιστα και τους στερούν την εξέλιξη — και νιώθουν κι από πάνω ευγνωμοσύνη. «Ε, καλά είμαστε, υπάρχουν και χειρότερα.» Ναι, υπάρχουν χειρότερα. Υπάρχει και το ψυγείο άδειο, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα φας πάγο. Το πρόβλημα με το να συνηθίσεις το λίγο είναι ότι χάνεις το μέτρο. Η κακή συνθήκη γίνεται «αυτό που ξέρω». Και ό,τι ξέρεις, το λες άνετα «κανονικό». Μέχρι που μια μέρα βλέπεις κάποιον να τρώει κανονικό γεύμα — και συνειδητοποιείς ότι εσύ ζεις με φρυγανιές.
Πηγαίνοντας στη μεγάλη εικόνα, η κοινωνία συχνά μας σερβίρει μερίδες-μινιατούρες και περιμένει να πούμε «ευχαριστώ». Ανθρώπους που δουλεύουν πολύ και αμείβονται λίγο, ανθρώπους που ζουν χωρίς τις ευκαιρίες που χρειάζονται. Και σιγά σιγά, όλοι μαθαίνουμε να χειροκροτούμε τα ψίχουλα.
«Δεν πειράζει… έτσι είναι τα πράγματα.» Σωστά. Μέχρι να αποφασίσεις ότι μπορείς να τα αλλάξεις.
Το πιο δύσκολο σημείο —και συνήθως και το πιο παιχνιδιάρικο, αν το δεις με χιούμορ— είναι όταν συνειδητοποιείς ότι πολλές φορές δεν είναι οι άλλοι που σου δίνουν ψίχουλα. Εσύ τα μοιράζεις στον εαυτό σου. Όταν λες «ας μην προσπαθήσω», «δε χρειάζεται να πάω πιο ψηλά», «αρκεί που έχω λίγο από αυτό», τότε εσύ είσαι ο σερβιτόρος. Και ο πελάτης. Και το τραπέζι. Είναι μια παράξενη, εσωτερική σκηνή, όπου παίζεις όλους τους ρόλους και βγαίνεις πάντα χορτασμένος από το τίποτα.
Η αφύπνιση συνήθως έρχεται απλά: βλέπεις κάτι καλύτερο. Μια υγιή σχέση. Μια πιο δίκαιη δουλειά. Έναν άνθρωπο που σε σέβεται. Μια εκδοχή του εαυτού σου που δε φοβάται. Και τότε δε σκέφτεσαι κάτι βαθυστόχαστο. Συνήθως σκέφτεσαι: «Μα καλά… εγώ γιατί έτρωγα αυτά τα ψίχουλα τόσο καιρό;» Και έτσι ξεκινά η αλλαγή. Όχι με επανάσταση. Με επίγνωση.
Ένα καλύτερο γεύμα σε περιμένει. Αρκεί να κοιτάξεις το τραπέζι σου και να δεις τι πραγματικά υπάρχει εκεί. Αν είναι λίγο, δεν πειράζει — αρκεί να μην το λες αρκετό.
Η ζωή έχει γεύματα. Αληθινά. Και, ναι, σου αναλογεί μερίδα. Όχι τα ψίχουλα. Το κυρίως πιάτο.
