Έξι γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες κατέθεσαν αστική αγωγή κατά μεγάλων εταιρειών εφαρμογών γνωριμιών, μεταξύ αυτών και της Match Group, που διαχειρίζεται πλατφόρμες όπως το Tinder, το Hinge, το OkCupid και το Plenty of Fish. Η αγωγή τους δεν αφορά απλώς μια μεμονωμένη υπόθεση αμέλειας, αλλά αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο οι ψηφιακές πλατφόρμες διαχειρίζονται — ή αποτυγχάνουν να διαχειριστούν — την ασφάλεια των γυναικών.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, οι εταιρείες αυτές επέτρεψαν σε έναν γνωστό δράστη να συνεχίσει να έχει πρόσβαση σε χρήστριες, ακόμη και μετά από επανειλημμένες αναφορές για επικίνδυνη και κακοποιητική συμπεριφορά. Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι γνώρισαν έναν άνδρα, έναν καρδιολόγο από το Ντένβερ, μέσω των εφαρμογών αυτών. Σύμφωνα με την αγωγή, ο ίδιος χρησιμοποίησε τις εφαρμογές για να συναντήσει και να κακοποιήσει σεξουαλικά πολλές γυναίκες σε διάστημα ετών. Παρόλο που υπάρχουν κατηγορίες εις βάρος του, από χρήστριες από το 2020, η πλατφόρμα δεν τον απέκλεισε άμεσα και επέτρεψε στον λογαριασμό του να παραμένει ενεργός. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, εμφανιζόταν ακόμα και ως προτεινόμενο «ταίριασμα» στον αλγόριθμο των εφαρμογών.

Αργότερα, ο ίδιος άνδρας καταδικάστηκε ποινικά για δεκάδες πράξεις ναρκώσεως και σεξουαλικής επίθεσης σε βάρος πολλών γυναικών και καταδικάστηκε σε μακρά ποινή φυλάκισης. Η αγωγή που κατατέθηκε εν συνεχεία επικεντρώνεται στο γεγονός ότι, καθώς η εταιρεία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για την επικίνδυνη συμπεριφορά του, η μη λήψη αποτελεσματικών και άμεσων μέτρων συνέβαλε, κατά τον ισχυρισμό των θυμάτων, σε επιπλέον βλάβες.

Στην ουσία της, η αγωγή δεν αμφισβητεί μόνο τα μεμονωμένα περιστατικά, όπως οι καταγγελίες εναντίον του συγκεκριμένου άνδρα, αλλά επιχειρεί να θέσει ένα γενικότερο νομικό προηγούμενο. Δηλαδή, κατά πόσο οι εταιρείες τεχνολογίας που λειτουργούν εφαρμογές γνωριμιών έχουν ευθύνη για την ασφάλεια των χρηστών πέρα από την παροχή εργαλείων αναφοράς περιστατικών. Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι οι υπάρχουσες διαδικασίες αναφοράς και αποκλεισμού χρηστών ήταν ανεπαρκείς ή δύσχρηστες και ότι αυτές οι ελλείψεις κατέστησαν πιο δύσκολη την προστασία τους από περαιτέρω κακοποίηση.

Ανάμεσα στα συγκεκριμένα στοιχεία που τονίζουν οι γυναίκες στην αγωγή είναι ο ισχυρισμός ότι, σε ορισμένες εφαρμογές, όταν ένας χρήστης έκανε unmatch με κάποιον που είχε βλάψει σεξουαλικά άλλη χρήστρια, δεν υπήρχε αποτελεσματικός τρόπος αναφοράς εάν ο δράστης εγκατέλειπε το match πριν την αναφορά. Αυτό, σύμφωνα με την αγωγή, έδινε μια τεχνική δυνατότητα στους επιτιθέμενους να μειώνουν ή να αποφύγουν τις συνέπειες για τη συμπεριφορά τους.

Από την πλευρά τους, οι εταιρείες έχουν υποστηρίξει ότι επενδύουν σε εργαλεία ασφάλειας, όπως επαληθεύσεις ταυτότητας, τεχνητή νοημοσύνη για αναγνώριση προβληματικών συμπεριφορών και συνεργασίες με οργανισμούς ασφάλειας. Ωστόσο, οι ενάγουσες και οι νομικοί τους αντιτείνουν ότι τα μέτρα που υπήρχαν την περίοδο των περιστατικών δεν ήταν επαρκώς πρακτικά ή αποτελεσματικά για να τις  προστατεύσουν.

Είναι σίγουρα χρήσιμο να μιλάμε πιο δυνατά, πιο ξεκάθαρα και πιο ανοιχτά για τον τρόπο με τον οποίο οι τεχνολογικές πλατφόρμες αντιμετωπίζουν την αναφορά επικίνδυνων χρηστών και πώς σχεδιάζουν τα συστήματα ανατροφοδότησης σχετικά με τη συμπεριφορά άλλων. Κι αυτό γιατί αρά το γεγονός ότι πολλές εφαρμογές έχουν αναπτύξει λειτουργίες αναφοράς και εργαλεία εμπιστοσύνης και ασφάλειας, η αμφισβήτηση αφορά το κατά πόσο αυτά τα εργαλεία ανταποκρίνονται στις πρακτικές ανάγκες των χρηστών σε περιπτώσεις σοβαρών παραβάσεων.

Ενώ η υπόθεση θα εκδικαστεί στα αμερικανικά δικαστήρια, έχει ήδη προκαλέσει συζήτηση στον χώρο των ψηφιακών υπηρεσιών σχετικά με το πώς πρέπει να προσεγγίζεται η ασφάλεια των χρηστών σε περιβάλλοντα όπου συναντώνται άγνωστοι και δημιουργούνται ανθρώπινες σχέσεις και σχέσεις εμπιστοσύνης. Τα τελικά αποτελέσματα και οι πιθανές νομικές επιπτώσεις ενδέχεται να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι εφαρμογές γνωριμιών σχεδιάζουν τα επόμενα βήματα στην πολιτική ασφάλειας και διαχείρισης κινδύνων.

Συντάκτης: Ράνια Λιάσκου