Υπάρχει μια περίεργη στιγμή που τη ζουν σχεδόν όλοι οι επαγγελματίες, ανεξαρτήτως κλάδου. Μια στιγμή άβολη, αμήχανη, που ξεκινά συνήθως με τη φράση: «Να σε ρωτήσω κάτι;». Και καταλήγει στο: «Έλα μωρέ, δεν είναι τίποτα, 5-10 λεπτά θα σου πάρει».Εκεί κάπου σφίγγεσαι. Όχι γιατί δεν θες να βοηθήσεις, τις περισσότερες φορές θες. Αλλά γιατί ξέρεις πως αυτό το “5-10 λεπτά” είναι μύθος. Είναι τα χρόνια σπουδών, τα ατελείωτα διαβάσματα, οι αποτυχίες, τα λεφτά που επένδυσες, η εμπειρία που χτίστηκε με κόπο. Είναι η δουλειά σου. Και παρ’ όλα αυτά, νιώθεις άσχημα να πεις «όχι» ή ακόμα χειρότερα να πεις «αυτό κοστίζει».

Γιατί έχουμε συνδέσει στο μυαλό μας την αμοιβή με την αγένεια. Λες και, αν ζητήσεις χρήματα από κάποιον κοντινό σου άνθρωπο, αυτομάτως γίνεσαι ψυχρός, συμφεροντολόγος ή «πολύ επαγγελματίας». Κι όμως, το να πληρώνεσαι για τη δουλειά σου δεν ακυρώνει ούτε τη σχέση ούτε την καλή πρόθεση. Ακυρώνει μόνο την ιδέα ότι ο χρόνος και η γνώση σου είναι αναλώσιμα. Το πρόβλημα ξεκινά από το πώς αντιλαμβανόμαστε την εξειδίκευση. Όταν κάτι το κάνεις καλά, τόσο καλά που σου βγαίνει “εύκολα”, οι άλλοι δεν βλέπουν την προσπάθεια πίσω από αυτό. Βλέπουν μόνο το αποτέλεσμα. Δεν βλέπουν τα βράδια που έμεινες ξύπνιος, τις απορρίψεις, τα λάθη, τις φορές που δεν ήξερες τι κάνεις αλλά συνέχισες. Βλέπουν έναν άνθρωπο που «το ‘χει». Άρα, γιατί να πληρώσουν;Και κάπου εκεί έρχεται η ενοχή. Η εσωτερική φωνή που λέει: «Μην το χαλάσεις. Μην παρεξηγηθεί. Κάν’ το μια φορά, τι πειράζει;». Μόνο που αυτή η «μια φορά» σπάνια μένει μία. Γίνεται συνήθεια. Και η συνήθεια γίνεται προσδοκία.

Η αλήθεια είναι πως το «δεν το κάνω δωρεάν» δεν χρειάζεται να ειπωθεί σκληρά. Ούτε αμυντικά. Ούτε με απολογητικό ύφος. Υπάρχουν ευγενικοί, καθαροί τρόποι να θέσεις όρια χωρίς να σηκώσεις τοίχους. Μπορείς, για παράδειγμα, να το πεις απλά και ανθρώπινα: «Θα χαρώ να σε βοηθήσω, απλώς να ξέρεις ότι αυτό είναι μέρος της δουλειάς μου και συνήθως το χρεώνω». Χωρίς πολλά. Χωρίς εξηγήσεις που μοιάζουν με δικαιολογίες.

Ή να μεταφέρεις τη συζήτηση στο επαγγελματικό πλαίσιο: «Αν θες, μπορώ να σου πω πώς δουλεύω και τι κόστος έχει, για να το δούμε σωστά». Έτσι, δείχνεις σεβασμό και στον άλλον και στον εαυτό σου. Υπάρχει και η επιλογή της εξαίρεσης με κανόνες: «Κανονικά αυτό το χρεώνω, αλλά επειδή είσαι εσύ μπορώ να κάνω μια καλύτερη τιμή». Όχι για να “λυγίσεις”, αλλά για να δείξεις ότι η σχέση αναγνωρίζεται όχι όμως εις βάρος σου. Και φυσικά, υπάρχει και το καθαρό «δεν μπορώ αυτή την περίοδο». Δεν χρωστάς πάντα εξήγηση. Το να πεις όχι δεν σε κάνει κακό φίλο, κακό συγγενή ή κακό άνθρωπο. Σε κάνει επαγγελματία που σέβεται τον χρόνο του.

Το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι να πεις τη φράση. Είναι να πιστέψεις μέσα σου ότι έχεις δίκιο να τη λες. Ότι η δουλειά σου έχει αξία ακόμα κι αν σου φαίνεται εύκολη. Ότι το “5-10 λεπτά” κάποιου άλλου είναι κομμάτι ζωής για σένα. Όταν αρχίζεις να θέτεις όρια, κάποιοι ίσως ξαφνιαστούν. Κάποιοι μπορεί να δυσαρεστηθούν. Αλλά οι περισσότεροι θα προσαρμοστούν. Και αυτοί που δεν το κάνουν; Ίσως δεν ζητούσαν ποτέ πραγματικά εσένα. Ζητούσαν απλώς κάτι δωρεάν. Στο τέλος της ημέρας, το να πληρώνεσαι για τη δουλειά σου δεν μειώνει την καλοσύνη σου. Τη συμπληρώνει με αυτοσεβασμό. Και αυτός, όσο κι αν μας έμαθαν το αντίθετο, δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη.Ίσως τελικά το πιο δύσκολο μάθημα στην επαγγελματική ζωή δεν είναι πώς να γίνεις καλός σε αυτό που κάνεις, αλλά πώς να μάθεις να το τιμάς. Να μη μικραίνεις τη δουλειά σου για να νιώσουν άνετα οι άλλοι. Να μη χαρίζεις τον χρόνο σου από φόβο μήπως χαλάσει η εικόνα σου. Οι άνθρωποι που σε εκτιμούν πραγματικά δεν θα σε αγαπήσουν λιγότερο επειδή ζήτησες αμοιβή· αντίθετα, θα σε σεβαστούν περισσότερο. Και αν κάποιος θεωρεί ότι η αξία σου μετριέται μόνο όταν είσαι δωρεάν, τότε ίσως το “όχι” που φοβάσαι τόσο να πεις να είναι τελικά το πιο ειλικρινές “ναι” που έχεις πει ποτέ στον εαυτό σου.

Συντάκτης: Μαριτίνα Γιαρτζή
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη