Βγαίνοντας βόλτα να περπατήσω με τον μπαμπά μου (έχει προβλήματα υγείας και ο γιατρός έχει πει τουλάχιστον μισή ώρα χαλαρό περπάτημα ημερησίως), μια μέρα που στη μαγευτική Κόρινθο έκανε κρύο, βγήκε χωρίς ζακέτα. «Ώρες ώρες ό,τι κάνεις με τρελαίνει, σου λάσκαρε κάποια βίδα;» τον ρώτησα με αγανάκτηση και εκείνη τη στιγμή έφαγα φλασιά. Ο Γκούφυ μαζί με τον γιο του, τον Μαξ, πάνω σε ένα αυτοκίνητο μέσα σε ένα ποτάμι να τραγουδάνε ο ένας στον άλλον.
Η Γκουφοταινία λοιπόν γεννήθηκε πίσω στο 1995. Μια αδικοχαμένη και αδιαμφισβήτητα αγαπησιάρικη ταινία που, ακόμα και τώρα, ξέρω την ελληνική μεταγλώττιση απ’ έξω.
Ο Μαξιμίλιαν, γιος του Γκούφυ, έχει μπει στην εφηβεία και θέλει να ζητήσει στην όμορφη Ρωξάνη να βγουν ραντεβού. Είναι όμως ο γιος του Γκούφυ· δε θα πήγαινε απλά να της το ζητήσει, οπότε κάνει ένα σχολείο άνω κάτω μαζί με τους κολλητούς του και, λίγο πριν τα καταφέρει να ρωτήσει, καταλήγει στο γραφείο του διευθυντή. Ο διευθυντής παίρνει τηλέφωνο τον Γκούφυ.

Εκεί κάπου λοιπόν, ανάμεσα σε μια ζακέτα που έλειπε και σε μια παιδική ανάμνηση που επέστρεψε με φόρα, κατάλαβα γιατί η Γκουφοταινία έχει ριζώσει τόσο βαθιά μέσα μου. Γιατί κάτω από τα τραγούδια, τις γκριμάτσες και τα καλαμπούρια, μιλάει για κάτι απλό και τρομακτικά αληθινό: το χάσμα –και την αγάπη– ανάμεσα σε έναν πατέρα και τον γιο του.

Ο Μαξ Γκούφ, λοιπόν, βρίσκεται στην πιο άβολη ηλικία. Θέλει να είναι «κουλ», να τον αποδεχτούν, να εντυπωσιάσει τη Ρωξάνη. Και επειδή είναι γιος του Γκούφυ, τίποτα δεν πάει όπως το έχει σχεδιάσει. Η σκηνή στο σχολείο είναι καθαρό χάος: μουσική, χορός, Powerline, ένα σχέδιο που ξεφεύγει και καταλήγει –πού αλλού– στο γραφείο του διευθυντή. Το τηλεφώνημα στον Γκούφυ δεν είναι απλώς μια παρατήρηση για κακή συμπεριφορά· είναι ο καταλύτης.

Ο Γκούφυ, πατέρας καλοπροαίρετος αλλά απελπιστικά αδέξιος, πανικοβάλλεται. Φοβάται πως χάνει τον γιο του, πως ο Μαξ «παίρνει τον κακό δρόμο». Και τι κάνει ένας Γκούφυ όταν φοβάται; Οργανώνει ταξίδι με το αυτοκίνητο. Πατέρας και γιος, μόνοι, με προορισμό το ψάρεμα και με αποσκευές όσα δε λέγονται εύκολα. Είναι το κλασικό «θα δεθούμε στο ταξίδι», μόνο που εδώ το δέσιμο περνάει από καβγάδες, παρεξηγήσεις και μια καραμπόλα συναισθημάτων.
Ο Μαξ ντρέπεται. Όχι επειδή δεν αγαπά τον πατέρα του, αλλά επειδή φοβάται μήπως του μοιάσει. Θέλει να ξεφύγει από το στερεότυπο, να γίνει κάτι άλλο, κάτι «δικό του». Κι ο Γκούφυ, από την άλλη, αγαπά με όλο του το είναι, αλλά δεν ξέρει πώς να κάνει πίσω. Η αγάπη του είναι δυνατή, θορυβώδης, αδέξια – όπως κι εκείνος.

Κάπου στη διαδρομή εμφανίζεται και ο Πητ, ο «κανονικός» μπαμπάς, με τα παιδιά που τον φοβούνται και τον σέβονται. Ένα είδωλο πατρότητας που κάνει τον Γκούφυ να αμφιβάλλει για τον εαυτό του. Και όμως, η ταινία δεν χαρίζεται σε εύκολα συμπεράσματα. Δεν λέει πως υπάρχει ένας σωστός τρόπος να είσαι γονιός. Λέει πως υπάρχει ο δικός σου.
Οι στιγμές κωμωδίας –το κάμπινγκ, τα ατυχήματα, το αυτοκίνητο που καταλήγει σε ποτάμι– λειτουργούν σαν αποσυμπίεση. Γιατί από κάτω βράζει κάτι πιο βαρύ: ο φόβος της απόρριψης. Ο Μαξ φοβάται πως αν τον δει η Ρωξάνη με τον πατέρα του, θα χάσει την ευκαιρία του. Ο Γκούφυ φοβάται πως αν αφήσει το παιδί του ελεύθερο, θα τον χάσει για πάντα.
Και μετά έρχεται το φινάλε. Χωρίς να το σποιλάρω υπερβολικά (αν και μιλάμε για ταινία του ’95), εκείνη η σκηνή με το αυτοκίνητο, το νερό και το τραγούδι είναι η κάθαρση. Δε λύνονται όλα μαγικά. Απλώς λέγονται κάποια πράγματα. Κι αυτό αρκεί.

Ίσως γι’ αυτό, χρόνια μετά, να μου ήρθε φλασιά ο Γκούφυ μέσα στο ποτάμι. Γιατί κι εγώ, όπως ο Μαξ, ώρες ώρες αγανακτώ. Και όπως ο Γκούφυ, ο μπαμπάς μου κάνει πράγματα που με βγάζουν από τα ρούχα μου – όπως να βγαίνει στο κρύο χωρίς ζακέτα. Αλλά κάτω από την γκρίνια, υπάρχει αγάπη. Αδέξια, λίγο χαζή, αλλά αληθινή.
Ίσως γι’ αυτό η Γκουφοταινία αντέχει στον χρόνο. Δε μιλάει για τέλειους γονείς ή ιδανικά παιδιά, αλλά για ανθρώπους που προσπαθούν. Για πατεράδες που φοβούνται μήπως κάνουν λάθος και για παιδιά που φοβούνται μήπως τους μοιάσουν. Και κάπου ανάμεσα, βρίσκουν ο ένας τον άλλον.
Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το πιο «μαγευτικό» πράγμα απ’ όλα.
