«Φίλοι για πάντα εγώ και εσύ, φίλοι για πάντα στη ζωή…»
Υπάρχει άραγε κάτι πιο απόλυτο, πιο ρομαντικό και ταυτόχρονα πιο αφελές από αυτή τη φράση; Κάτι που ειπώθηκε με τόση βεβαιότητα και διαψεύστηκε τόσο συχνά; Κι όμως, κάπου εκεί στο Δημοτικό –άντε, βαριά στο Γυμνάσιο– την πιστεύαμε με όλη μας την καρδιά. Την ανταλλάσσαμε σαν όρκο. Σαν συμβόλαιο ισόβιο, χωρίς ψιλά γράμματα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Γιατί τότε ο χρόνος ήταν άπειρος και οι ζωές μας κινούνταν όλες στο ίδιο μέτρο, στην ίδια αυλή, στο ίδιο κουδούνι.
Οι παιδικές φιλίες είναι κάτι παραπάνω από σχέσεις. Είναι όμορες της οικογένειας. Παραφυάδες της. Και πολλές φορές, ας είμαστε ειλικρινείς, πολύ πιο ουσιώδεις από τη βιολογική οικογένεια. Είναι οι άνθρωποι που σε είδαν πριν αποκτήσεις ρόλους, πριν μάθεις να φιλτράρεις, πριν καταλάβεις ότι κάποια πράγματα δεν λέγονται. Είναι αυτοί που σε γνώρισαν ωμό, άκομψο, αυθεντικό. Όσ@ το έχουν ζήσει, ξέρουν. Οι υπόλοιποι πτωχοί και άτυχοι καθίστε αναπαυτικά και απολαύστε.
Σήμερα μιλάμε για εκείνες τις φιλίες που σε ξεπερνούν. Που ζείτε βίους παράλληλους, σχεδόν συγχρονισμένους – κυρίως στα γκομενικά. Που ερωτεύεστε λάθος ανθρώπους την ίδια περίοδο και χωρίζετε με διαφορά ημερών. Που έχετε δική σας διάλεκτο όταν μιλάτε με λέξεις, γιατί από ένα σημείο και μετά οι συνεννοήσεις γίνονται σχεδόν αποκλειστικά με τα μάτια. Ένα βλέμμα αρκεί. Ένα σήκωμα φρυδιού. Μια μικρή παύση.
Το κολλητάρι μπορεί να καταλάβει τη συναισθηματική σου κατάσταση απλώς ακούγοντας την αναπνοή σου στο τηλέφωνο. Μια τόση δα καθυστέρηση πριν απαντήσεις περνάει χιλιάδες πληροφορίες, που μόνο αυτό το άτομο μπορεί να αποκωδικοποιήσει. Και να σπεύσει κοντά σου, αν δεν είναι ήδη εκεί.
Είναι ο άνθρωπος που θα κλάψει με τη χαρά σου. Που θα σε βρίσει χυδαία όταν κάνεις μαλ@κία, αλλά ταυτόχρονα θα σπάσει το κεφάλι του για να βρει τρόπο να σε ξελασπώσει.Όταν χωρίσεις, είτε θα σε σέρνει σε παρακμιακά μαγαζιά να γίνεστε κουνουπίδι συζητώντας και κλαίγοντας για το πρώην αμόρε μέχρι τελικής πτώσης, είτε θα καταστρώνει μαζί σου σχέδια εκδίκησης που, αν ειπώνονταν από οποιονδήποτε άλλο, θα καλούσες την αστυνομία χωρίς δεύτερη σκέψη. Κι όλα αυτά μοιάζουν αιώνια. Αμετακίνητα.
Και μετά, χωρίς προειδοποίηση, η ζωή αλλάζει.
Όχι θεαματικά. Όχι με κρότο. Ύπουλα. Έρχεται η ενηλικίωση. Δουλειές. Υποχρεώσεις. Κούραση που δεν φεύγει με ύπνο. Σχέσεις που μετράνε χρόνια και όχι εβδομάδες. Όνειρα που ζητούν πρόγραμμα, πλάνο, θυσίες. Στην αρχή δεν φαίνεται τίποτα. Βγαίνετε, γελάτε, πιάνετε τον ίδιο ρυθμό. Νιώθεις για λίγο κάτι απ’ τα παλιά και λες «εντάξει, όλα καλά».
Αλλά όταν τελειώνει η βόλτα, κάτι μένει μετέωρο. Ένα ναι μεν, αλλά. Μια αίσθηση ότι χρειάστηκε λίγη παραπάνω προσπάθεια απ’ ό,τι παλιά. Ότι κάτι δεν κύλησε αβίαστα.
Και όσο ο καιρός περνάει, από εκεί που δουλεύατε μαζί για το χαρτζιλίκι, βρίσκεσαι σε μια δουλειά «σοβαρή». Και η τελευταία σου σχέση μοιάζει επίσης «σοβαρή».
Και τότε το φιλαράκι στο λέει:
«Ρε ξεκόλλα, εσύ δεν ήσουν έτσι».
Και εκεί, χωρίς φωνές και καβγάδες, νιώθεις ένα μικρό, ανεπαίσθητο κρακ.
Παίρνεις απόσταση. Όχι από θυμό αλλά από ανάγκη. Κοιτάς από μακριά τις ζωές σας και με μια γλυκόπικρη λύπη διαπιστώνεις ότι δεν ζείτε πια παράλληλα. Άλλη ταχύτητα. Άλλος προορισμός. Στο μυαλό σου αρχίζει να σχηματίζεται ένα αδρό πλάνο ζωής, να ξεκαθαρίζουν αξίες, να μπαίνουν προτεραιότητες. Κι αυτό, όσο κι αν δεν το λες δυνατά, δεν φαίνεται να συγκινεί το φιλαράκι.
Μάλιστα.
Και τότε έρχεται το ερώτημα που κανείς δεν θέλει να διατυπώσει φωναχτά: τους κρατάμε αυτούς τους φίλους ή όχι;
Η απάντηση δεν είναι απόλυτη. Κάποιους τους κρατάς, αλλά αλλιώς. Με λιγότερη ένταση, λιγότερες απαιτήσεις, περισσότερη κατανόηση. Τους κρατάς αν μπορούν να σε συναντήσουν εκεί που είσαι τώρα. Αν δεν σε τραβούν πίσω. Αν δεν σου ζητούν να απολογείσαι επειδή μεγάλωσες.
Κάποιους άλλους τους αφήνεις να απομακρυνθούν. Όχι με θυμό. Όχι με καβγά. Με ευγνωμοσύνη. Για όσα ζήσατε, για όσα σε δημιουργήσαμε, για εκείνη την εκδοχή του εαυτού σου που υπήρξε μόνο χάρη σε αυτούς. Δεν διαγράφονται. Απλώς αλλάζουν θέση στη ζωή σου.
Ίσως αυτό τελικά να είναι η ωριμότητα: να μπορείς να αγαπάς χωρίς να κρατάς σφιχτά. Να θυμάσαι χωρίς να επιστρέφεις. Να προχωράς χωρίς να ακυρώνεις.
Γιατί οι φιλίες που άξιζαν δεν χρειάζεται να είναι για πάντα.
Αρκεί που ήταν αληθινές, όσο κράτησαν.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
