Έχετε σκεφτεί ποτέ, από μωρά παιδιά μέχρι που γίναμε ολόκληροι ενήλικες άνθρωποι, τι ακούμε καθημερινά από το περιβάλλον που μας περιτριγυρίζει; Αν δεν το κάνατε ποτέ, σας προτρέπω, πριν ξεκινήσω να αναλύω πράματα και θάματα, να καθίσετε αναπαυτικά κάπου, να κλείσετε τα όμορφα ματάκια σας και να επαναλάβετε τις φράσεις που θα σας γράψω. Ίσως τότε η φωνή μέσα σας κάπου να σας γυρίσει προς τα πίσω, ώστε να καταλάβετε πόσο σημαντικά είναι όλα αυτά που άθελά σας έγιναν κτήμα σας.

«Καλό παιδί να είσαι, να μην αντιμιλάς!»

«Καλός μαθητής να γίνεις, να μην ξεφεύγεις!»

«Καλός άνθρωπος να είσαι, να καταλαβαίνεις!»

«Καλός σύντροφος να είσαι, να μάθεις να υποχωρείς!»

«Καλός σύζυγος είσαι όταν αντέχεις!»

Και πόσα ακόμα άραγε…

Μέσα σε όλες αυτές τις φράσεις «αγάπης» και «νουθεσίας», στόχος είναι η καλοσύνη να παρουσιαστεί σαν το απόλυτο εισιτήριο αποδοχής. Και έτσι, χωρίς καν να το καταλάβουμε, τη «φοράμε» σαν ρούχο που μεγαλώνει μαζί μας. Μόνο που κάπου εκεί, στην πορεία, το ρούχο αυτό αρχίζει σιγά και δειλά να μας στενεύει. Γιατί πρώτα το περιβάλλον μας και έπειτα, μεγαλώνοντας, η κοινωνία ολόκληρη, δεν μας μαθαίνουν απλώς να είμαστε καλοί, αλλά μας μαθαίνουν με το στανιό να μην ενοχλούμε.

Όμως, ρε παιδιά, τι γίνεται τελικά όταν το «καλός» γίνεται ρόλος και όχι συνειδητή επιλογή πλέον;

Αν σκεφτούμε όλα αυτά που πρεσβεύει η ψυχολογία ως επιστήμη, τότε θα ανακαλύψουμε πως το «καλό παιδί» συχνά ταυτίζεται με το παιδί που έμαθε να διαβάζει τα συναισθήματα των άλλων πριν ακόμα καλά-καλά μάθει να διαβάζει τα δικά του. Είναι αυτό το παιδί που κατάλαβε, δυστυχώς, ότι η αγάπη κερδίζεται με συμμόρφωση και όχι με αυθεντικότητα.

Και μεγαλώνοντας, αυτό το παιδί ξέρετε τι γίνεται;

ο εργαζόμενος που δεν λέει ποτέ όχι,

ο φίλος που πάντοτε καταλαβαίνει,

ο σύντροφος που «ας μην το κάνουμε θέμα»,

ο άνθρωπος που απολογείται ακόμα και όταν πληγώνεται βαθιά.

Δεν είναι ότι απλώς δεν έχει όρια, είναι ότι έμαθε πως αν τα βάλει, ίσως χάσει τη θέση που τόσο πολύ αγωνίστηκε, θυσιάζοντας τον ίδιο του τον εαυτό.

Σε όλο αυτό, βέβαια, υπάρχει και η κοινωνική ανταμοιβή της σιωπής. Κοινωνικά, δηλαδή, ο «καλός άνθρωπος» είναι πάρα πολύ εύχρηστος. Δε φωνάζει, δε διεκδικεί και προπάντων δεν «χαλάει την εικόνα». Γιατί όλοι μας τον επαινούμε, τον εμπιστευόμαστε, όμως σχεδόν ποτέ δεν τον ακούμε πραγματικά. Αν το καλοσκεφτείτε, η κοινωνία μας δεν αγαπάει την καλοσύνη όσο λέει, γιατί στην πραγματικότητα αυτό που τόσο πολύ αγαπάει είναι η ευκολία. Δείτε πόσο εύκολο είναι για την κοινωνία μας να είσαι πάντοτε το «καλό παιδί»… Δεν προκαλείς, δεν συγκρούεσαι και δεν απαιτείς να σε δουν! Μόνο που το τίμημα σε όλα αυτά είναι πολύ βαρύ: αρχίζεις κι εσύ σιγά και σταθερά να μη βλέπεις τον εαυτό σου.

Όπως καταλαβαίνετε, όλο αυτό έχει μεγάλες συνέπειες και σε κάθε είδους σχέση. Γιατί εκεί πηγαίνουμε αυτομάτως από την καλοσύνη, με ένα άλμα, στην αυτο-ακύρωση. Στον έρωτα, για παράδειγμα, ο «καλός εραστής» συχνά μπερδεύεται με εκείνον που προσαρμόζεται πλήρως. Που νιώθει, αλλά δεν ζητάει. Που αγαπάει, αλλά δεν διεκδικεί. Κι εκεί συμβαίνει κάτι πολύ ύπουλο: η καλοσύνη παρερμηνεύεται ως δεδομένη.

Ο καλός σύντροφος θεωρείται αυτονόητος. Δε δημιουργεί ένταση, άρα δεν «ανάβει» τον άλλον. Τις περισσότερες φορές αδυνατεί να φύγει και να εγκαταλείψει πρώτος μια σχέση, άρα αυτομάτως δεν φοβίζει. Δεν βάζει όρους, οπότε δεν κινδυνεύει να χαθεί. Και κάπως έτσι, ενώ δίνει πολλά, λαμβάνει τόσα λίγα. Όχι γιατί δεν τα αξίζει, αλλά γιατί τόσο βαθιά έμαθε να μη δείχνει όλα όσα χρειάζεται. Και σε όλο αυτό να ξέρετε πως ακόμα και ο εγκέφαλός μας έχει άποψη. Όλη αυτή η χρόνια καταπίεση συναισθημάτων συμπληρώνει το παζλ, ενεργοποιώντας το σύστημα του στρες. Γιατί όταν κάποιος μαθαίνει να «είναι καλός» εις βάρος του εαυτού του, ζει σε μια μόνιμη εσωτερική ένταση: θέλω – αλλά δεν πρέπει, νιώθω – αλλά δε λέω!

Ο καιρός και τα χρόνια περνάνε και όλη αυτή η παραζάλη οδηγεί σε κάτι πολύ αναμενόμενο: συναισθηματική κόπωση – έως και εξάντληση –, παθητική επιθετικότητα, εσωτερικό θυμό που δε βρίσκει έξοδο και, σαφώς, σχέσεις όπου ο άνθρωπος αισθάνεται εν τέλει αόρατος. Και να σας πω τι γίνεται τότε; Ο εγκέφαλος παύει να αντέχει για πάντα να προσποιείται ότι όλα είναι καλά και αρχίζει την επίθεση προς τα μέσα, με μόνο και ύστατο σκοπό την αφύπνιση.

Τελικά αναρωτιέσαι: σήμερα όλοι σε βλέπουν μόνο όταν «είσαι καλός»; Θα απαντήσω πως όχι ακριβώς, όσο σκληρό κι αν ακουστεί. Υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που σε εκτιμούν, σε χρειάζονται και σε χρησιμοποιούν ως σταθερότητα. Όμως ακόμα κι αυτοί σπάνια σε επιλέγουν ολόκληρο. Γιατί η ορατότητα έρχεται όταν υπάρχει και θέση, και φωνή, και προσωπικότητα. Όχι μόνο καλοσύνη. Θα το λέω και θα το γράφω πάντοτε: η καλοσύνη χωρίς όρια δεν είναι αρετή αλλά αυτο-εγκατάλειψη!

Και γνωρίζετε πού οδηγεί όλο αυτό; Οδηγεί ανθρώπους που είναι «καλοί» να νιώθουν ότι δεν τους βλέπουν, ότι πάντα δίνουν παραπάνω και ότι κάποια στιγμή κουράζονται, χωρίς ούτε οι ίδιοι να ξέρουν το γιατί. Και τότε είτε σκληραίνουν απότομα, είτε αποσύρονται, είτε στο τέλος αναρωτιούνται: «Τι κάνω λάθος αφού είμαι τόσο καλός;» Και σε αυτό το ερώτημα η απάντηση είναι απλή και δύσκολη μαζί: δεν έκανες λάθος που ήσουν καλός, έκανες λάθος που ξέχασες να είσαι και αληθινός!

Προσωπικά, σε όλα αυτά πιστεύω πως η έξοδος βρίσκεται στην αυτογνωσία. Η αυτογνωσία δεν μας καλεί να σταματήσουμε να είμαστε καλοί, μας καλεί όμως να σταματήσουμε να είμαστε ΜΟΝΟ καλοί. Και μέσα σε όλα αυτά να μάθουμε: να λέμε Όχι χωρίς ενοχές, να διεκδικούμε χωρίς φόβο, να είμαστε ευγενικοί αλλά όχι αόρατοι και δοτικοί αλλά όχι άδειοι. Γιατί ο κόσμος δε χρειάζεται άλλους ανθρώπους που αντέχουν, χρειάζεται ανθρώπους που ζουν. Να θυμάστε κάτι πολύ σημαντικό. Η αληθινή καλοσύνη δεν είναι να χωράς παντού. Είναι να χωράς πρώτα μέσα σου.

ΥΓ: Αφιερωμένο σε όλα τα μικρά παιδιά που κοιμούνται μέσα μας. Ας τα αφήσουμε να ξεκουραστούν, αφού πρώτα μάθουμε να τα υποστηρίζουμε, να τα φροντίζουμε και, εν τέλει, να τα προστατεύουμε.

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου