Γράφει η Ruby Cloud.

 

Κάποιες Κυριακές πρωί ξυπνούσα νωρίς, έφτιαχνα καφέ και τον περίμενα να γυρίσει από την πόλη του. Καθόμουν στο μπαλκόνι, άναβα τσιγάρο και κοιτούσα τον ήλιο να ανεβαίνει αργά. Πάντα μου άρεσε αυτή η ώρα. Εκείνη που δε χρειάζεται λόγο για να χαμογελάσεις. Δε είχε δράμα, δεν είχε ένταση, δεν είχε τίποτα από αυτά που συνήθως θεωρούμε «σημαντικά». Κι όμως, για πολύ καιρό, εκεί νόμιζα ότι βρισκόταν η απάντηση στο γιατί έμεινα.

Δεν ήταν οι νύχτες που έκοβαν την ανάσα. Δεν ήταν το πάθος, ούτε οι κορυφώσεις που πουλάνε οι ταινίες και τα άρθρα. Το σεξ μας ήταν… μέτριο. Άλλες φορές άνευρο, άλλες απλώς λειτουργικό. Όχι κακό, αλλά όχι και κάτι που σε κάνει να το σκέφτεσαι την επόμενη μέρα. Και στην αρχή το προσπέρασα. Είπα πως δε γίνεται όλα να είναι τέλεια. Πως κάτι άλλο θα καλύπτει αυτό το κενό.

Και όντως, κάτι το κάλυπτε. Γελάγαμε μαζί. Μιλούσαμε για ώρες. Υπήρχε μια άνεση, μια οικειότητα που έμοιαζε με φιλία. Ίσως εκεί να ήταν και το πρώτο καμπανάκι: δεν τον έβλεπα μόνο σαν σύντροφο, αλλά σαν κολλητό. Κάποιον «δικό μου». Και αυτό, αντί να με προβληματίσει, με καθησύχασε.

Θυμάμαι μια συγκεκριμένη νύχτα. Είχαμε αποφασίσει να κοιμηθούμε νωρίς, κουρασμένοι και οι δύο. Το σεξ είχε μόλις τελειώσει — προβλέψιμο, χωρίς ιδιαίτερη ένταση. Ξαπλώσαμε δίπλα-δίπλα και αρχίσαμε να μιλάμε. Για μικρά πράγματα. Για φόβους. Για χαζά αστεία. Και κάπου εκεί, χωρίς εισαγωγή, χωρίς δραματικό τόνο, μου είπε ότι με είχε απατήσει. Ο Ν. Όχι μία φορά. Περισσότερες.

Δε θυμάμαι τι απάντησα. Θυμάμαι όμως τι δεν έκανα. Δε σηκώθηκα. Δεν έφυγα. Δε θύμωσα όπως «θα έπρεπε». Έμεινα ξαπλωμένη, ακούγοντας λεπτομέρειες που δεν ζήτησα, και προσπαθώντας να καταλάβω γιατί το σώμα μου δεν αντιδρούσε. Δεν πονούσα όσο φανταζόμουν ότι θα πονούσα. Και αυτό ήταν ίσως το πιο τρομακτικό.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα — χωρίς να το παραδεχτώ τότε — ότι κάτι έλειπε ήδη. Αν ήμουν πραγματικά μέσα, αν τον ήθελα όπως νόμιζα, αυτή η εξομολόγηση θα με είχε διαλύσει. Αντί γι’ αυτό, την κατάπια. Την έβαλα δίπλα σε όλα τα άλλα και την ονόμασα «δυσκολία που ξεπερνιέται».
Έμεινα. Όχι από δύναμη. Από σύγχυση. Από συνήθεια. Από φόβο μήπως χάσω κάτι που, στην πραγματικότητα, είχε ήδη αρχίσει να αδειάζει. Του είπα ότι μπορούμε να το δουλέψουμε. Και μείναμε. Αλλά δε θεραπεύσαμε τίποτα — απλώς μάθαμε να ζούμε με λιγότερα.

Θυμάμαι κι άλλη μια εικόνα. Όταν αρρώστησε και έμεινε στο κρεβάτι για μέρες. Του έφτιαχνα φαγητό, τον πρόσεχα, έμενα ξύπνια να τον κοιτάζω να κοιμάται. Εκείνος είχε ανάγκη. Κι εγώ ήμουν εκεί. Τότε πίστεψα πως αυτό σημαίνει αγάπη. Σήμερα ξέρω πως ήταν φροντίδα χωρίς επιθυμία. Παρουσία χωρίς επιλογή.

Το λάθος μου δεν ήταν ότι έμεινα σε μια σχέση με μέτριο σεξ. Το λάθος μου ήταν ότι έμεινα ενώ είχε χαθεί η επιθυμία, η εμπιστοσύνη, η αίσθηση ότι διαλέγω και με διαλέγουν. Μπέρδεψα την αντοχή με την αγάπη. Τη συνήθεια με τη σύνδεση. Ναι, υπήρχαν όμορφες στιγμές. Καφέδες, Κυριακές, κοινές σιωπές. Αλλά σήμερα μπορώ να το πω καθαρά: δεν έφταναν. Και το ότι άντεξα, δε σημαίνει ότι άξιζε.

Το μετάνιωσα. Όχι επειδή δεν ήταν «καυτό». Αλλά επειδή έμαθα να μικραίνω για να χωρέσω σε κάτι που δε με γέμιζε πια. Και αυτό είναι το πιο άβολο μάθημα απ’ όλα: μερικές φορές δε φεύγουμε επειδή δεν πονάμε αρκετά — κι αυτό, τελικά, πονάει περισσότερο.

 

 

Συντάκτης: Guest Pillowfighter