Έχεις δει στιγμές όπου μια μια απλή ατάκα μοιάζει σαν μικρή τρύπα σε μια πολύ βαθιά κουβέντα; Η περίπτωση με τον Πέτρο Φιλιππίδη και την αντίδρασή του στο δημοσιογράφο έξω από το θέατρο Ακροπόλ είναι ακριβώς έτσι. Όχι για το τί είπε δηλαδή την φράση «Είσαι καλά, παιδί μου;» αλλά για το πώς και το γιατί αυτή η ατάκα άνοιξε ξανά μια συζήτηση γύρω από ένα πρόσωπο που τα τελευταία χρόνια είναι συνδεδεμένο με μια από τις μεγαλύτερες δικαστικές και κοινωνικές υποθέσεις που έχουμε δει στον χώρο του ελληνικού θεάτρου.
Το περιστατικό συνέβη το βράδυ της 9ης Φεβρουαρίου 2026, όταν ο ηθοποιός παρακολούθησε την παράσταση Hotel Amour και κατά την έξοδό του από το θέατρο τον πλησίασε δημοσιογράφος της εκπομπής Breakfast@Star, ρωτώντας τον απλά «Κύριε Φιλιππίδη, τι κάνετε; Πώς είστε;» Εκείνος, όπως κατέγραψε η κάμερα, κοίταξε τον δημοσιογράφο και απάντησε με ύφος «Είσαι καλά, παιδί μου;» πριν αποχωρήσει.
Αν το δεις απλώς σαν μία ενοχλημένη απάντηση σε κάμερα, ίσως να μη σου πει τίποτα περισσότερο. Αλλά το πώς επεστράφη αυτό το στιγμιότυπο από τα μέσα και τα social δείχνει πως αυτό που μας απασχολεί είναι η ίδια η παρουσία του ανθρώπου βγαίνοντας δημόσια, όχι μόνο η φράση του. Γιατί ο Φιλιππίδης, ένας ηθοποιός που για δεκαετίες ήταν ένα πολύ γνωστό όνομα σε τηλεόραση και θέατρο, βρίσκεται πια σε μια εντελώς διαφορετική θέση στη δημόσια σφαίρα.
Το 2025, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας τον καταδίκασε ομόφωνα για δύο απόπειρες βιασμού, περιστατικά που εκτείνονται χρονικά σχεδόν μια δεκαετία πίσω και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών, με τριετή αναστολή. Η απόφαση του δικαστηρίου απέρριψε την αναγνώριση ελαφρυντικών, κάτι που δείχνει πόσο σοβαρά αντιμετωπίστηκε η υπόθεση από τους δικαστές.
Η ποινή με αναστολή σημαίνει πρακτικά ότι δε θα οδηγηθεί στη φυλακή εφόσον δεν παραβεί τους όρους αναστολής αλλά ταυτόχρονα είναι μια ενεργή δικαστική κρίση που μένει στη δημόσια μνήμη. Ο ίδιος έχει ασκήσει έφεση και προσφεύγει στον Άρειο Πάγο, επιμένοντας ότι η απόφαση είναι εσφαλμένη.
Και εδώ είναι που αρχίζει η ουσία για μια συζήτηση που ξεφεύγει από το ρεπορτάζ, η επανεμφάνισή του στην καθημερινή ζωή, η συμπεριφορά του στην κάμερα, και η αντίδραση μιας κοινωνίας που ακόμα επεξεργάζεται αυτό που συνέβη. Είναι γεγονός ότι αρκετός κόσμος κάνει λάικ, σχολιάζει, γελάει ή αποδοκιμάζει με βάση το στιγμιότυπο και όχι με κάποια σοβαρή ανάλυση. Αλλά πίσω από αυτές τις αντιδράσεις υπάρχει μια βαθύτερη ερώτηση Πώς διαχειριζόμαστε την επανένταξη στην κοινωνία ενός ανθρώπου που έχει καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα; Είναι δίκαιο να τον απομονώσουμε κοινωνικά για πάντα; Είναι δίκαιο να τον δεχθούμε πίσω όπως πριν; Ή μήπως μια μέση οδός υπάρχει;
Οι απόψεις διίστανται. Κάποιοι λένε ότι όποιος καταδικάζεται για τέτοιου είδους αδικήματα δεν πρέπει να επιστρέψει στην κανονική κοινωνική ζωή με τον ίδιο τρόπο, ούτε να αναζητήσει δοξασίες, λες και τίποτα δε συνέβη. Άλλοι θεωρούν ότι έχοντας εκτελέσει την ποινή του και με τον νόμο να του το επιτρέπει έχει δικαίωμα να ζήσει, να δουλέψει, να κινηθεί στην κοινωνία, χωρίς να του κρεμάμε για πάντα τα λάβαρα της καταδίκης.
Αυτή η κουβέντα δεν είναι απλή ούτε άνευ σημασίας, γιατί αφορά κάτι πολύ ευρύτερο πώς η κοινωνία μας αντιλαμβάνεται δεύτερες ευκαιρίες, τι σημαίνει τιμωρία και ποιοι όροι μπαίνουν για επανένταξη. Στην Ελλάδα, όπου οι προσωπικότητες του δημόσιου λόγου είναι πολύ ορατές, τέτοια περιστατικά δεν περνούν απαρατήρητα. Και μια απλή φράση έξω από ένα θέατρο μπορεί να γίνει το έναυσμα για μια πολυεπίπεδη συζήτηση.
Αν ο Φιλιππίδης πριν από χρόνια είχε δώσει μια συνέντευξη και το μόνο που θυμόμασταν ήταν «Έκανα αυτό, αυτό, αυτό», σήμερα θυμόμαστε «Μόλις είδα έναν ηθοποιό που κάποτε γνώριζα να λέει «Είσαι καλά, παιδί μου;» σε δημοσιογράφο». Αυτό λέει κάτι για το πώς οι δημόσιες παρουσίες κουβαλούν περισσότερη από μια απλή στιγμή κουβαλούν μια ιστορία, μια κοινή ανάμνηση και μια ηθική ερώτηση που μένει ανοικτή.
