Η υπόθεση γύρω από τη Ιωάννα Τούνη συνεχίζει να εξελίσσεται με νέες αποκαλύψεις, ενώ παράλληλα επαναφέρει με σκληρό τρόπο στο προσκήνιο μια από τις πιο ψυχοφθόρες μορφές ψηφιακής κακοποίησης: τη διακίνηση ιδιωτικού ερωτικού υλικού χωρίς συναίνεση. Και όσο η δίκη πλησιάζει στο τελικό της στάδιο, δεν είναι ότι προσπαθούμε να μιλήσουμε μόνο για το τι ακριβώς συνέβη, αλλά και το βαθύ ψυχικό αποτύπωμα που αφήνουν τέτοιες υποθέσεις στις γυναίκες που βρίσκονται στο επίκεντρό τους.
Νέα τροπή στη δίκη
Σύμφωνα με όσα ανέφερε χθες ο δικηγόρος των δύο κατηγορουμένων, Κωνσταντίνος Τσάκος, μιλώντας στην εκπομπή Το Πρωινό του Γιώργου Λιάγκα, η δίκη που αφορά τη διακίνηση του επίμαχου βίντεο έχει διακοπεί και θα συνεχιστεί στις 27 Μαρτίου.
Όπως εξήγησε, απομένει η εξέταση ενός ακόμη μάρτυρα πριν η διαδικασία περάσει στο στάδιο των εγγράφων, όπου αναμένεται να παρουσιαστεί και το επίμαχο βιντεοληπτικό υλικό.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι εντολείς του εμμένουν στους ισχυρισμούς τους και θεωρούν πως θα αθωωθούν. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, όταν το βίντεο άρχισε να κυκλοφορεί, ένας από τους κατηγορουμένους διαπίστωσε μέσα από εκατοντάδες μηνύματα που έλαβε ότι εμφανίζεται σε σκηνή ερωτικού περιεχομένου και την επόμενη ημέρα κατέθεσε μήνυση στην αστυνομία, υποστηρίζοντας ότι και ο ίδιος θίγεται από το υλικό. Λίγο αργότερα μήνυση κατέθεσε και η ίδια η influencer.
Το δεύτερο βίντεο
Ο δικηγόρος αποκάλυψε επίσης ότι πριν από περίπου δέκα ημέρες εστάλη μέσω email στην δικηγόρο της υπόθεσης, Ευαγγελία Πανουσάκη, ένα δεύτερο βίντεο διάρκειας περίπου ενάμιση λεπτού με πρωταγωνίστρια την Ιωάννα Τούνη.
Το υλικό παραδόθηκε στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, η οποία φέρεται να διαπίστωσε ότι το email προέρχεται από μη ανιχνεύσιμη ηλεκτρονική διεύθυνση.
Σύμφωνα με την ίδια ενημέρωση, στο συγκεκριμένο βίντεο το πρόσωπο της Ιωάννας Τούνη φαίνεται καθαρά, ενώ το πρόσωπο του άνδρα που συμμετέχει δεν είναι ορατό. Το γεγονός γνωστοποιήθηκε στο δικαστήριο κατά την τελευταία συνεδρίαση, ώστε –όπως ειπώθηκε– να ενημερωθεί επίσημα και η άλλη πλευρά για την ύπαρξη του υλικού.
Γιατί τέτοιες υποθέσεις είναι βαθιά τραυματικές για τις γυναίκες
Πέρα από τη νομική διάσταση, η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει και τη λεγόμενη μη συναινετική διακίνηση ερωτικού υλικού (revenge porn), η οποία μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά καταστροφική για τον ψυχισμό ενός ανθρώπου — και ιδιαίτερα μιας γυναίκας.
Έρευνες δείχνουν ότι τα θύματα βιώνουν συχνά έντονα συμπτώματα:
-κατάθλιψης
-μετατραυματικού στρες (PTSD)
-κοινωνικής απομόνωσης
-έντονου αισθήματος ντροπής και δημόσιου εξευτελισμού
Μια μελέτη του Cyber Civil Rights Initiative στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι περίπου 93% των θυμάτων μη συναινετικής διακίνησης ερωτικού υλικού βιώνουν έντονο συναισθηματικό στρες, ενώ 49% δηλώνουν ότι έχουν σκεφτεί ακόμη και την αutοκτονία μετά τη δημοσιοποίηση τέτοιου υλικού.
Αντίστοιχα, έρευνα του University of Kent στη Βρετανία έδειξε ότι σχεδόν 7 στις 10 γυναίκες που υπήρξαν θύματα revenge porn εμφανίζουν συμπτώματα κλινικής κατάθλιψης, ενώ πολλές αναγκάζονται να αλλάξουν εργασία, τόπο κατοικίας ή ακόμα και την ψηφιακή τους παρουσία.
Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην ίδια την πράξη της διαρροής. Συχνά επιδεινώνεται από τη δημόσια έκθεση και τον διαδικτυακό σχολιασμό, όπου το θύμα καταλήγει να αντιμετωπίζεται σαν να φέρει ευθύνη για αυτό που του συνέβη.
Το κοινωνικό βάρος της δημόσιας έκθεσης
Σε υποθέσεις που αφορούν δημόσια πρόσωπα, όπως στην περίπτωση της Ιωάννας Τούνη, το βάρος γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Το περιστατικό δεν παραμένει ένα τραυματικό γεγονός μεταξύ λίγων ανθρώπων αλλά μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα, αναπαράγεται σε μέσα ενημέρωσης, κοινωνικά δίκτυα και συζητήσεις. Η ψυχολογική πίεση πολλαπλασιάζεται, καθώς το θύμα καλείται να διαχειριστεί όχι μόνο το τραύμα, αλλά και το βλέμμα μιας ολόκληρης κοινωνίας και την κριτική φυσικά, όλων όσοι κρατούν μπροστά τους ένα πληκτρολόγιο. Και αυτό είναι ίσως το πιο σκοτεινό κομμάτι τέτοιων ιστοριών: ότι η παραβίαση της ιδιωτικότητας δεν τελειώνει με τη στιγμή της διαρροής. Μπορεί να συνεχίζεται για χρόνια, κάθε φορά που το υλικό επανεμφανίζεται στο διαδίκτυο ή που η υπόθεση επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση.
Για πολλές γυναίκες, αυτή η εμπειρία είναι μια μορφή ψηφιακού τραύματος που αφήνει μακροχρόνιο ψυχολογικό αποτύπωμα. Και γι’ αυτό η αντιμετώπισή του δεν αφορά μόνο τη Δικαιοσύνη, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία επιλέγει να κοιτάζει – ή να κρίνει – τα θύματα.