Εδώ και δύο ημέρες συζητιέται έντονα το τραγικό γεγονός του θανάτου της εκπαιδευτικού Σοφίας Χρηστίδου από εγκεφαλική αιμοραγία, καθώς διερευνούνται τα αίτια πίσω από αυτόν και τις συνθήκες εργασίας της στο σχολείο που βρισκόταν.
Η 57χρονη καθηγήτρια, που εργαζόταν σε δημόσιο σχολείο της Θεσσαλονίκης, έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σάββατο ύστερα από αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες που έρχονται τώρα στο φως, η ίδια τους τελευταίους μήνες είχε καταγγείλει ότι βίωνε ακραίο εκφοβισμό από ομάδα μαθητών μέσα στη σχολική αίθουσα, γεγονός που έφερε στο φως την υπόθεσή της με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Τον περασμένο Φεβρουάριο, μάλιστα, και σύμφωνα με τα νέα γεογνότα που βγήκαν στη φόρα, η εκπαιδευτικός είχε αποστείλει τρισέλιδη αναφορά προς το υπουργείο Παιδείας, τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης και την Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας. Στο έγγραφο κατέγραφε αναλυτικά περιστατικά επιθετικής συμπεριφοράς που, όπως ανέφερε, δεχόταν από συγκεκριμένους μαθητές, σημειώνοντας μάλιστα τις ημερομηνίες και τις ώρες που συνέβησαν.
Σε ένα από τα περιστατικά που περιγράφονται στην αναφορά της, μια μαθήτρια φέρεται να της πέταξε ένα ανοιχτό πλαστικό μπουκάλι με σοκολατούχο γάλα, με αποτέλεσμα να λερωθούν τα ρούχα της. Έπειτα, και κατά τη διάρκεια του μαθήματος δέχτηκε επανειλημμένα χαρτιά που της πετούσαν, ενώ στο τέλος της διδακτικής ώρας εκσφενδονίστηκε προς το μέρος της και ένα μπουκάλι γεμάτο νερό, το οποίο έπεσε στο πάτωμα και άνοιξε, γεμίζοντας νερό τόσο την ίδια όσο και την τάξη.
Σε άλλα περιστατικά που καταγράφονται στο ίδιο έγγραφο, η εκπαιδευτικός περιγράφει ότι ενώ έγραφε στον πίνακα της πέταξαν στην πλάτη γεμάτο μπουκάλι με νερό, αλλά και ένα βαρύ βιβλίο. Οι πράξεις αυτές, όπως σημείωνε, θα μπορούσαν να της προκαλέσουν σωματική βλάβη, δεδομένου ότι αντιμετώπιζε ήδη πρόβλημα υγείας, καθώς είχε υποστεί κάταγμα στο ιερό οστό. Παράλληλα, η ίδια κατήγγειλε επανειλημμένες ύβρεις, επιθετική συμπεριφορά αλλά και απειλές για τη σωματική της ακεραιότητα από τη συγκεκριμένη ομάδα μαθητών.
«Γενικότερα, τα περιστατικά που περιγράφω αποτελούν τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, καθώς κάθε προσπάθεια επικοινωνίας με τους εν λόγω μαθητές έχει καταστεί αδύνατη. Η συμπεριφορά τους είναι εξαιρετικά επιθετική απέναντί μου, με σαφή στόχο την απομάκρυνσή μου από το σχολείο, όπως έχουν εκφράσει ακόμη και κατά πρόσωπο με τη φράση “Γιατί δε φεύγεις από εδώ;”», έγραφε χαρακτηριστικά.
Στην ίδια αναφορά, η Σοφία Χρηστίδου ζητούσε την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας στη σχολική μονάδα. Μεταξύ άλλων πρότεινε την παρουσία δύο αστυνομικών κατά τη διάρκεια λειτουργίας του σχολείου, καθώς και την εγκατάσταση σαρωτών σώματος και συστημάτων ακτίνων Χ για τον έλεγχο αντικειμένων που εισέρχονται στον σχολικό χώρο. Παράλληλα, τόνιζε ότι είναι απαραίτητη η συνεχής παρουσία σχολικού ψυχολόγου, ώστε να υπάρχει πρόληψη και ουσιαστική διαχείριση περιστατικών βίας.
«Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί προσβάλλει σοβαρά την προσωπική μου αξιοπρέπεια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, θέτει σε κίνδυνο και τη σωματική μου ακεραιότητα», κατέληγε στην αναφορά της, ζητώντας άμεση παρέμβαση των αρμόδιων αρχών.
«Κατάφεραν και την έσκασαν – Δεν έκαναν τίποτα οι προϊστάμενοι»
Μετά τον θάνατό της, ο δικηγόρος της οικογένειας, Μπάμπης Αποστολίδης, υποστήριξε ότι η εκπαιδευτικός είχε βρεθεί αντιμέτωπη με πειθαρχικές διαδικασίες ήδη από το 2017. Όπως ανέφερε, όταν οι διαδικασίες αυτές δεν είχαν αποτέλεσμα, η ίδια παραπέμφθηκε σε υγειονομική επιτροπή, ύστερα από καταγγελίες μαθητών για τη συμπεριφορά της.
«Αφού μερικοί δεν κατάφεραν με τα πειθαρχικά να της κάνουν κακό, κατάφεραν και την έσκασαν να πάθει εγκεφαλικό», δήλωσε, σημειώνοντας ότι μπορεί να είναι δύσκολο να αποδειχθεί νομικά η σύνδεση των πιέσεων που δέχτηκε με το εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τι μπορεί να συμβεί όταν ένας άνθρωπος οδηγείται στα άκρα.
Είναι γεγονός ότι η σχολική βία δεν αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ μαθητών. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί αναφέρουν ότι βιώνουν μέσα στην τάξη μια μορφή συστηματικής αμφισβήτησης, επιθετικότητας και απαξίωσης. Το σχολείο είναι ένας χώρος όπου συναντιούνται διαφορετικές ηλικίες, ρόλοι και μορφές εξουσίας. Ο εκπαιδευτικός καλείται να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στην παιδαγωγική καθοδήγηση και στην επιβολή ορίων. Όταν όμως τα όρια αυτά καταρρέουν, η σχέση μαθητή–δασκάλου μετατρέπεται εύκολα σε σύγκρουση.
Η πίεση αυτή, όταν είναι καθημερινή, δεν είναι απλώς επαγγελματική δυσκολία. Μετατρέπεται σε ψυχολογικό βάρος. Η συνεχής αίσθηση ότι κάποιος πρέπει να μπει σε μια τάξη όπου τον περιμένει εχθρικό κλίμα δημιουργεί έντονο στρες, άγχος και συχνά βαθιά επαγγελματική εξουθένωση. Σε πολλές χώρες, μάλιστα, η βία απέναντι σε εκπαιδευτικούς αναγνωρίζεται πλέον ως μορφή εργασιακού κινδύνου. Η συστηματική έκθεση σε επιθετική συμπεριφορά έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την ψυχική αλλά και τη σωματική υγεία ενός ανθρώπου.
Και αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο τέτοιων ιστοριών. Οι οικγένειες ασφαλώς ανρούνται κάθε ανάμειξη και απειλούν να κινηθούν νομικά απέναντι σε κάθε συκοφαντία. Στο μεταξύ ένας άνθρωπος έχει χάσει τη ζωή του κι έχει βρεθεί σε ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον. Κι αυτά τα δύο είναι απλώς γεγονότα.