Πες ότι μια μέρα βγαίνεις από το σπίτι σου για να πας στη δουλειά, να περάσεις από το σούπερ μάρκετ, να κάνεις όλα όσα κάνεις συνήθως μέσα στη μέρα σου. Όχι όμως όπως κάθε άλλη φορά. Πες ότι αυτή τη φορά έχεις χάσει ένα στοίχημα και πρέπει να κυκλοφορήσεις με μια ψεύτικη, αλλά βαθιά ουλή στο πρόσωπό σου. Πώς πιστεύεις ότι θα σε κοιτάζει ο κόσμος; Πώς θα σου μιλούν οι άνθρωποι; Θα ένιωθες άβολα; Θα πίστευες ότι οι άλλοι σε παρατηρούν λίγο περισσότερο απ’ όσο θα ήθελες; Κάπως έτσι ξεκίνησε ένα ιδιαίτερο κοινωνικό πείραμα που προσπάθησε να εξετάσει κάτι πολύ απλό αλλά βαθιά ανθρώπινο: πώς η εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου επηρεάζει τον τρόπο που πιστεύεις ότι σε βλέπουν οι άλλοι.
Το 1980, στο Dartmouth College, ο ψυχολόγος Robert Kleck μαζί με τον ερευνητή Angelo Strenta πραγματοποίησαν ένα πείραμα με μια ομάδα προπτυχιακών φοιτητών. Οι συμμετέχοντες ενημερώθηκαν ότι θα λάμβαναν μέρος σε μια μελέτη σχετικά με το πώς αντιδρούν οι άνθρωποι απέναντι σε άτομα με εμφανείς ουλές ή δυσμορφίες στο πρόσωπο. Στην αρχή του πειράματος ένας makeup artist ζωγράφισε στο πρόσωπό τους μια ιδιαίτερα ρεαλιστική ουλή. Τους έδειξαν το αποτέλεσμα στον καθρέφτη ώστε να πιστέψουν ότι η ουλή ήταν πραγματική. Λίγο πριν συναντήσουν άλλους ανθρώπους, οι ερευνητές τους είπαν ότι θα κάνουν μια «μικρή διόρθωση» στο μακιγιάζ.
Στην πραγματικότητα όμως αυτή η διόρθωση ήταν η πλήρης αφαίρεση της ουλής, χωρίς οι ίδιοι να το αντιληφθούν. Έτσι, όταν βγήκαν να αλληλεπιδράσουν με άλλους ανθρώπους, πίστευαν ότι η ουλή βρισκόταν ακόμη στο πρόσωπό τους. Όταν επέστρεψαν και ρωτήθηκαν πώς ένιωσαν, οι περισσότεροι ανέφεραν ότι είχαν την αίσθηση πως αντιμετωπίστηκαν διαφορετικά. Πίστευαν ότι υπήρχε αμηχανία απέναντί τους ή ότι οι άλλοι τους κοιτούσαν περίεργα. Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα σε όλη αυτή την ιστορία.
Η ουλή δεν υπήρχε. Οι άλλοι άνθρωποι δεν έβλεπαν τίποτα.
Αυτό που είχε αλλάξει ήταν μόνο ο τρόπος με τον οποίο πίστευαν ότι φαίνονται.
Το πείραμα αυτό ανέδειξε μια βαθιά ανθρώπινη και σκληρή στην κατανόηση αλήθεια: όταν πιστεύεις ότι έχεις κάποιο «ελάττωμα», αρχίζεις ασυνείδητα να ερμηνεύεις τη συμπεριφορά των άλλων σαν απόρριψη ή κριτική. Με απλά λόγια, δεν βλέπεις τον κόσμο όπως είναι. Τον βλέπεις όπως πιστεύεις ότι είσαι.
Στην ψυχολογία αυτό συνδέεται με δύο έννοιες. Η πρώτη είναι η προβολή, ένας αμυντικός μηχανισμός που περιέγραψε ο Sigmund Freud, σύμφωνα με τον οποίο αποδίδουμε στους άλλους σκέψεις ή φόβους που στην πραγματικότητα υπάρχουν μέσα μας. Η δεύτερη είναι το λεγόμενο perception bias, δηλαδή η τάση να ερμηνεύουμε την πραγματικότητα μέσα από τις πεποιθήσεις και τις εμπειρίες μας, χωρίς να τη βλέπουμε αντικειμενικά. Έτσι, όταν κουβαλάς μια αρνητική ταμπέλα για τον εαυτό σου, αρχίζεις να προβάλλεις τις δικές σου ανασφάλειες στους άλλους και να ερμηνεύεις τη συμπεριφορά τους μέσα από αυτό το φίλτρο.
Ίσως τελικά πολλές από τις «ουλές» που πιστεύεις ότι βλέπουν οι άλλοι πάνω σου να υπάρχουν μόνο στο μυαλό σου. Σκέψου πόσο εύκολα ένα γεγονός μετατρέπεται σε ταμπέλα που κολλάς στον εαυτό σου. Σκέψου πόσες φορές έχεις πει κάτι παρόμοιο:
«Απέτυχα στις πανελλήνιες. Δεν το έχω με το διάβασμα.»
«Έδωσα τρεις φορές για να πάρω δίπλωμα. Είμαι χάλια οδηγός.»
«Με έχουν κερατώσει όλοι οι πρώην μου. Λογικό… κάτι φταίει σε μένα.»
Σιγά σιγά αυτές οι σκέψεις γίνονται ταμπέλες. Και οι ταμπέλες γίνονται ο τρόπος με τον οποίο αρχίζεις να βλέπεις τον εαυτό σου.
Η ζωή δεν είναι πάντα δίκαιη. Αυτό είναι μια αλήθεια που όλοι γνωρίζουμε.
Όμως αντί να εστιάζεις συνεχώς σε όσα είναι άδικα ή εκτός του ελέγχου σου, ίσως αξίζει να στρέψεις την προσοχή σου σε όσα μπορείς να αλλάξεις. Οι αποτυχίες και οι δυσκολίες δεν είναι ουλές που πρέπει να κουβαλάς για πάντα. Είναι εμπειρίες που μπορούν να σε βοηθήσουν να δεις τον εαυτό σου και τη ζωή από μια διαφορετική οπτική. Γιατί τελικά, το πιο ισχυρό εργαλείο που έχεις είναι η εικόνα που έχεις σχηματίσει εσύ ο ίδιος για τον εαυτό σου.
Και ίσως αξίζει να θυμάσαι κάτι ακόμη: Πολλές από τις «ουλές» που πιστεύεις ότι κουβαλάς δεν βρίσκονται ούτε στο πρόσωπό σου ούτε στην πραγματικότητα γύρω σου. Βρίσκονται στον τρόπο που έχεις μάθει να βλέπεις τον εαυτό σου. Και το παράδοξο είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι γύρω σου δεν τις βλέπουν καν.
Ίσως λοιπόν το πιο απελευθερωτικό πράγμα που μπορείς να κάνεις δεν είναι να προσπαθείς διαρκώς να τις κρύψεις, αλλά να αναρωτηθείς αν όντως υπήρξαν ποτέ.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
