Η αίθουσα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης μοιάζει σήμερα να κουβαλά κάτι πολύ πιο βαρύ από μια ακόμη δίκη. Είναι από εκείνες τις στιγμές που η Δικαιοσύνη συναντά την κοινωνική πραγματικότητα κατά πρόσωπο και κάπου εκεί, εννέα χρόνια μετά, μια υπόθεση που ξεκίνησε ως μια προσωπική τραυματική εμπειρία, εξελίσσεται σε ένα δημόσιο τεστ για το πώς αντιμετωπίζουμε τελικά το revenge porn.

Στη δίκη για την υπόθεση με θύμα την Ιωάννα Τούνη, η εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή των κατηγορουμένων, προκαλώντας έντονη συναισθηματική φόρτιση μέσα στην αίθουσα. Η ίδια η Τούνη ξέσπασε σε κλάματα στο άκουσμα της πρότασης, σε μια στιγμή που συμπύκνωσε σχεδόν μια δεκαετία αγωνίας, έκθεσης και επιμονής.

Η διαδικασία, που διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών, είχε διακοπεί την Παρασκευή 27 Μαρτίου και συνεχίστηκε σήμερα, με την εισαγγελική πρόταση να ανοίγει ουσιαστικά τον δρόμο για την τελική ευθεία. Στο εδώλιο βρίσκονται δύο άτομα: ο τότε σύντροφος της influencer, ο οποίος εμφανίζεται στο επίμαχο βίντεο, και ένα ακόμη πρόσωπο που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, φέρεται να ήταν εκείνο που πραγματοποίησε τη βιντεοσκόπηση.

 


 

Το υλικό καταγράφηκε το 2017 εν αγνοία της και, στη συνέχεια, διακινήθηκε χωρίς τη συναίνεσή της, φτάνοντας μέχρι και σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Μια διαδρομή που, πέρα από τη νομική της διάσταση, αποτυπώνει με ωμό τρόπο το πώς η ψηφιακή βία μπορεί να διαχυθεί ανεξέλεγκτα και να αφήσει μόνιμο αποτύπωμα στη ζωή ενός ανθρώπου.

«Δικαίωση περιμένω και τίποτα άλλο», δήλωσε η Ιωάννα Τούνη κατά την άφιξή της στο δικαστήριο, μιλώντας στους δημοσιογράφους. Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στο χρονικό βάθος της υπόθεσης, λέγοντας πως «δεν το πιστεύω ότι μετά από 9 χρόνια έχουμε φτάσει εδώ», ενώ δεν έκρυψε το άγχος και τη συναισθηματική της φόρτιση. Η συγκυρία της ημέρας — Πρωταπριλιά — πρόσθεσε μια σχεδόν ειρωνική διάσταση: «Εύχομαι και ελπίζω ότι δεν θα υπάρξουν άλλα ψέματα και ότι μόνο η αλήθεια θα ακουστεί».

Όταν ρωτήθηκε αν η σημερινή διαδικασία είναι πιο δύσκολη από προηγούμενες στιγμές της δίκης, απέφυγε τις συγκρίσεις. «Όλη η διαδικασία είναι πολύ δύσκολη και ψυχοφθόρα από μόνη της», ανέφερε, περιγράφοντας με ακρίβεια το βίωμα ενός ανθρώπου που καλείται να ξαναπεράσει μέσα από το τραύμα του, αυτή τη φορά δημόσια και θεσμικά. «Νιώθω σαν να παγώνει ο χρόνος κάθε φορά που είμαι εκεί μέσα», είπε, δίνοντας μια εικόνα της ψυχολογικής έντασης που συνοδεύει κάθε λεπτό στην αίθουσα.

Η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, με την απολογία του δεύτερου κατηγορουμένου και τις αγορεύσεις των συνηγόρων να αποτελούν τα τελευταία βήματα πριν πέσει η αυλαία. Ωστόσο, ανεξάρτητα από την ετυμηγορία, η συγκεκριμένη υπόθεση έχει ήδη ανοίξει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση.

Γιατί το revenge porn δεν είναι απλώς μια “παραβίαση ιδιωτικότητας”. Είναι μια μορφή έμφυλης βίας που λειτουργεί ως δημόσιος διασυρμός, ως τιμωρία, ως έλεγχος. Και κυρίως, είναι ένα φαινόμενο που εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται συχνά με αμφιθυμία: ανάμεσα στην καταδίκη και στην περιέργεια, ανάμεσα στην ενσυναίσθηση και στο victim blaming. Η σημερινή εξέλιξη, με την πρόταση ενοχής, μοιάζει σαν μια πρώτη ρωγμή σε αυτή τη στάση. Μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε “viral” υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν επέλεξε ποτέ να γίνει περιεχόμενο. Και ότι η Δικαιοσύνη, έστω και με καθυστέρηση, καλείται να βάλει όρια.