Δύσκολοι και επίπονοι οι χωρισμοί, ειδικά για αυτόν που ήθελε περισσότερο, ερωτεύτηκε περισσότερο, αγάπησε περισσότερο. Σκέψου πώς ξεκινάνε οι σχέσεις και πώς καταλήγουν. Στην αρχή πετάς στα ουράνια και στο τέλος βλέπεις τον εαυτό σου να καταλήγει στα πατώματα. Φυσικά δεν ξεκινάει καμία σχέση με την προοπτική να καταλήξει στο χωρισμό, γιατί νομίζεις ότι θα είσαι για πάντα μαζί με τον άλλο, όμως πολλές είναι οι σχέσεις που καταλήγουν στον χωρισμό, επειδή δεν γινόταν διαφορετικά.
Προφανώς και ο χωρισμός πρέπει να συμβαίνει όταν είναι απαραίτητο για δύο ανθρώπους που έχουν σχέση ή για δύο συζύγους με οικογένεια ή μη, όμως δεν παύει να είναι ένας δύσκολος δρόμος. Δύσκολος δρόμος για τον ένα, δύσκολος δρόμος για τους δύο, αναλόγως τις συγκυρίες και τα συναισθήματα. Εμείς οι άνθρωποι έχουμε κάτι πολύ περίεργο και ιδιαίτερο, ενώ αντιλαμβανόμαστε ότι μία κατάσταση δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο, εφόσον το έχουμε παλέψει φυσικά, δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε στον εαυτό μας, κάποια στιγμή όμως αναγκαζόμαστε να το κάνουμε, γιατί πολύ απλά δε γίνεται αλλιώς.
Δε σου λέω ότι είναι εύκολο να έχεις χαράξει μία μακρόχρονη πορεία με έναν άνθρωπο και να έχεις περάσει στιγμές μαζί του, ή να σας συνδέει και μια οικογένεια ακόμα και να πρέπει να αποφασίσεις ότι οι δρόμοι θα είναι παράλληλοι πλέον. Όμως αν οι δρόμοι είναι παράλληλοι για του οποιουσδήποτε λόγους, η μόνη σωστή και τίμια απόφαση και για τους δύο, είναι ο χωρισμός, παρά να συνεχίσουν να αποφεύγουν το πρόβλημα. Αισθάνεσαι ότι παγώνεις με τον χωρισμό και ότι έρχεται τούμπα όλη σου η ζωή, ειδικά αν έχεις και παιδί και έτσι είναι, αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα. Προσπαθείς να μαζέψεις τα κομμάτια σου και να σταθείς στα πόδια σου για να αντιμετωπίσεις την καθημερινότητά σου, ενώ μέσα σου πονάς, απογοητεύεσαι, θυμώνεις, σκέφτεσαι το παιδί σου, τον εαυτό σου, τον άλλο άνθρωπο, θέλεις να προσπαθήσεις επανασύνδεση, έχεις τον κοινωνικό κύκλο να σε πιέζει και μέσα σε όλα αυτά εσύ θα πρέπει να βρεις ξανά τον εαυτό σου, καθόλου εύκολο, ειδικά στην αρχή. Όλα γύρω σου και εσύ στη μέση.
Ένας δύσκολος χωρισμός ξεπερνιέται τελικά μέσα από το να βιώσεις τον χωρισμό και μέσα από το να αποφασίσεις να ζήσεις αυτό το είδος πένθους, ακόμα και αν αισθάνεσαι ότι δεν θα τα καταφέρεις. Δεν πρέπει να καλύψεις το πρόβλημα, να αποφύγεις τα συναισθήματά σου και να προσπαθήσεις να το αντιμετωπίσεις επιφανειακά, γιατί πολύ απλά θα βγει ξανά στην επιφάνεια, σαν μία πληγή που δεν κλείνει ποτέ. Όταν το περνάς αυτό αισθάνεσαι ότι θα κρατήσει για πάντα, όπως κάθε δυσκολία στη ζωή μας, όμως δεν είναι έτσι. Θα περάσει και αυτό. Ο άνθρωπος βέβαια δε σβήνεται από τη μνήμη, ίσως και από την καρδιά για κάποιους, αλλά ο χρόνος θα απαλύνει την πληγή, θα απαλύνει τα βαριές νύχτες και όλα θα αρχίσουν να ομαλοποιούνται και το τραύμα θα αρχίσει να επουλώνεται.
Πάντα θα κουβαλάς τα πάντα από όλη αυτή την κατάσταση μέσα σου, όμως αν καταφέρεις να διαχειριστείς τα πάντα, θα βγεις δυνατός μέσα από όλο αυτό. Δε μπορείς να κρατήσεις έναν άνθρωπο με το ζόρι, δε μπορείς να επιμένεις να συντηρείς μία κατάσταση αδιέξοδη, δε μπορείς να αναγνωρίζεις ότι κάτι έχει φτάσει στο τέλος του και να μη θέλεις να το τελειώσεις. Άνθρωποι είμαστε, δεν πατάμε κουμπιά, αλλά η ειλικρίνεια και η γενναιότητα του να αναλάβει κανείς την ευθύνη των πράξεών του και της ζωής του, είναι το καλύτερο και πιο ανακουφιστικό πράγμα, τελικά.
Σε έναν χωρισμό θα κάνεις και πράγματα να ξεχαστείς, θα υπεραναλύσεις με φίλους, θα βγεις να το κάψεις, θα προσπαθήσεις να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν σε νοιάζει και ότι γνωρίζοντας τον πρώτο τυχόντα έχεις ξεπεράσει εκείνο το πρόσωπο, όμως όλα αυτά είναι μια φούσκα, γιατί το βράδυ, στο κρεβάτι σου, που μένεις εσύ με τον εαυτό σου και δε μπορείς να κρυφτείς από εκείνον, θα καταλάβεις ότι ο μόνος τρόπος για να το ξεπεράσεις είναι το να μείνεις με τον εαυτό σου. Πολλές φορές έχουμε την τάση να αποφεύγουμε να μένουμε μόνοι μας, με τον εαυτό μας για να αποφύγουμε εκείνα τα σκοτεινά κομμάτια που μας φοβίζουν, όμως έτσι είναι η ζωή, με τα σκοτάδια της και το φως της. Άλλωστε πώς θα έρθει το φως, αν δε βγεις από το σκοτάδι;
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
