Μια ιαπωνική εταιρεία αποφάσισε να δώσει επιπλέον ημέρες άδειας στους εργαζομένους που δεν καπνίζουν, επιχειρώντας να αποκαταστήσει μια “σιωπηλή ανισορροπία” μέσα στο γραφείο. Η λογική πίσω από την απόφαση είναι απλή: οι καπνιστές κάνουν συχνά διαλείμματα για τσιγάρο μέσα στη μέρα, κάτι που πρακτικά σημαίνει λιγότερος χρόνος εργασίας σε σχέση με τους μη καπνιστές.
Η εταιρεία έκρινε ότι αυτό δημιουργεί ένα άτυπο χάσμα. Από τη μία, εργαζόμενοι που “σπάνε” τη μέρα τους με μικρά διαλείμματα. Από την άλλη, εργαζόμενοι που παραμένουν συνεχώς στη θέση τους, χωρίς αντίστοιχη ανάπαυλα. Η λύση που προτάθηκε ήταν να δοθούν επιπλέον ημέρες άδειας στους μη καπνιστές, ως μορφή αντιστάθμισης.
Το ερώτημα όμως δεν είναι απλώς οργανωτικό. Είναι βαθιά πολιτισμικό και ηθικό.
Σύμφωνα με τη λογική της εταιρείας, δεν τιμωρείται το κάπνισμα. Αντίθετα, αναγνωρίζεται μια διαφορά στον χρόνο εργασίας και επιχειρείται μια εξισορρόπηση. Όμως, για πολλούς, αυτή η πολιτική ανοίγει μια δύσκολη συζήτηση: πρέπει οι προσωπικές συνήθειες να επηρεάζουν τα εργασιακά προνόμια;
Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές της απόφασης θεωρούν ότι πρόκειται για ένα θέμα δικαιοσύνης. Ο χρόνος εργασίας πρέπει να είναι ίσος για όλους, και τα επαναλαμβανόμενα διαλείμματα καπνίσματος δημιουργούν αντικειμενική διαφορά στην παραγωγικότητα ή στη διαθεσιμότητα.
Από την άλλη, υπάρχουν αντιδράσεις που μιλούν για έμμεση τιμωρία συγκεκριμένων συμπεριφορών και για μια μορφή “εργασιακής ηθικολογίας”. Το επιχείρημα εδώ είναι ότι τα σύντομα διαλείμματα, είτε πρόκειται για τσιγάρο είτε για έναν καφέ ή ένα πεντάλεπτο αποφόρτισης, είναι μέρος της ανθρώπινης εργασιακής ροής και δεν μπορούν να μετρηθούν απόλυτα.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη δούμε στο πλαίσιο της σύγχρονης εργασιακής κουλτούρας. Σε πολλές χώρες, τα όρια μεταξύ παραγωγικότητας και ευεξίας έχουν αρχίσει να επαναπροσδιορίζονται. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πόσο δουλεύεις, αλλά και πώς δουλεύεις και σε τι κατάσταση παραμένεις μέσα στη μέρα.
Το συγκεκριμένο μέτρο, λοιπόν, δεν αφορά απλώς το κάπνισμα. Ανοίγει ένα μεγαλύτερο ερώτημα: πού τελειώνει η προσωπική επιλογή και πού αρχίζει η εργασιακή ισότητα; Fair system ή υπερβολική παρέμβαση στην προσωπική συμπεριφορά; Ίσως η απάντηση να μην είναι τόσο απλή όσο ένα ναι ή ένα όχι.