Η ελληνική γλώσσα όπως οι περισσότεροι γνωρίζουμε είναι από τις πιο μακροβιότερες γλώσσες του κόσμου και μάλιστα έχει δανείσει αρκετές λέξεις και σε ξένες γλώσσες. Αυτό που προκαλεί ακόμη περισσότερη εντύπωση είναι ότι είναι εξαιρετικά εύπλαστη. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει η δυνατότητα να προσαρμόζεται και να «πλάθει» νέες λέξεις, περιγράφοντας ακριβώς αυτό που θέλουμε να πούμε. Παρόλα αυτά, η ευπλασία της κάπου χωλαίνει σε ό,τι έχει να κάνει με τη θηλυκοποίηση των επαγγελματικών τίτλων. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες λέξεις, υπάρχει γραμματικό κώλυμα ή μήπως αυτή η αντίσταση έχει μια πιο κοινωνική χροιά;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το τελευταίο διάστημα έχει έρθει στο προσκήνιο ακόμη πιο έντονα το θέμα του σ3ξισμού. Ο σ3ξισμός δεν είναι ούτε μύθος που δεν υπάρχει, ούτε κάποια εφεύρεση των θηλυκοτήτων για να κατηγορήσουν τους άντρες όπως πολλές φορές έχει ειπωθεί. Ο σ3ξισμός είναι το μέσο που συντηρεί την αγαπημένη μας την πατριαρχία που κυριολεκτικά υπάρχει παντού και μας επηρεάζει όλους. Και επειδή λοιπόν επηρεάζει αρκετούς τομείς της ζωής μας, πώς θα μπορούσε να μείνει ανέγγιχτη η γλώσσα που την χρησιμοποιούμε καθημερινά. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, όντως ο τρόπος που εκφραζόμαστε, η χρήση της γλώσσας με λίγα λόγια επηρεάζει ή ακόμη πιο σωστά συντηρεί τα έμφυλα στερεότυπα. Και για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό αυτό που προσπαθούμε να πούμε -γιατί σε είδαμε που έχεις μείνει με το στόμα ανοιχτό- ας δούμε για παράδειγμα πώς χρησιμοποιείται η γλώσσα όταν μιλάμε για επαγγελματικούς τίτλους. Αν και από γραμματικής άποψης η γλώσσα μας επιτρέπει τη δημιουργία θηλυκών τύπων για τα περισσότερα επαγγέλματα, όπως αρχιτεκτόνισσα, βουλεύτρια, επιστημόνισσα. Δεν είναι ότι είναι γραμματικά λάθος επειδή ακούγονται ξένες στο δικό μας αυτί, ίσως το υφολογικά να είναι λιγότερο «επίσημες». Ωστόσο, εκεί που πρέπει να σταθούμε είναι ο λόγος που πρέπει να χρησιμοποιούνται οι θηλυκοί τύποι των επαγγελμάτων. Όταν λοιπόν αναφερόμαστε σε μια θηλυκότητα με τον αρσενικό τύπο ενός επαγγέλματος αυτόματα –έστω κι αν το κάνουμε τελείως ασυναίσθητα- την καθιστούμε αόρατη στον επαγγελματικό στίβο, ειδικά σε επαγγέλματα, τα οποία είναι ανδροκρατούμενα. Δεν είναι καθόλου υπερβολή, ειδικά αν σκεφτούμε ότι γενιές και γενιές έχουν γαλουχηθεί ακούγοντας ότι οι γυναίκες δεν κάνουν για τις επιστήμες. Αν μεγαλώνεις με το να ακούς μόνο αρσενικούς τίτλους για ορισμένα επαγγέλματα και παράλληλα ακούς και διάφορα σχόλια, όπως: «Έ, οι γυναίκες δεν είναι και μαθηματικά μυαλά», «Τώρα σε γυναίκα θα πάμε να μας φτιάξει τα σχέδια για το σπίτι;» και πολλά άλλα τέτοια σου εντυπώνεται στο μυαλό ότι οι θηλυκότητες δεν τα καταφέρνουν σε ορισμένες δουλειές και ότι μερικές είναι αντρική υπόθεση, χωρίς αυτό φυσικά να έχει κάποια βάση.

Έχουμε σκεφτεί όμως γιατί αντιστεκόμαστε τόσο πολύ και γιατί μας ξενίζει το να βάλουμε στην καθομιλουμένη τους θηλυκούς τύπους; Κακά τα ψέματα υπάρχει μεγάλη κοινωνική αντίσταση και αρκετές φορές και χλευασμός. Για παράδειγμα όταν αναφέρεται η λέξη βουλεύτρια είτε στο δημόσιο λόγο είτε στην καθημερινότητα συχνά ακούγονται σχόλια του τύπου: «τι άλλο θα ακούσουν τα αυτάκια μας» ή «τι σου κάνει αυτή η woke ατζέντα». Μας φαίνεται λοιπόν περίεργο γιατί οι πεποιθήσεις για το ρόλο των φύλων έχουν εντυπωθεί για τα καλά μέσα μας, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν και τον τρόπο που μιλάμε.

Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη, στην κυριολεξία είναι ένας ζωντανός οργανισμός ο οποίος προσαρμόζεται στις κοινωνικές αλλαγές. Είναι επομένως σημαντικό να εμπλουτίζεται με νέες λέξεις σε μια κοινωνία που παλεύει για την ισότητα και τη συμπερίληψη.

Συντάκτης: Μαρία Μωραΐτη