Υπάρχει μια ερώτηση που δεν την κάνουμε συχνά φωναχτά, αλλά παίζει στο background σχεδόν μόνιμα: «Ανήκω κάπου;» Όχι με τη μεγάλη, φιλοσοφική έννοια απαραίτητα. Πιο απλά. Πιο καθημερινά. Τύπου: έχω ανθρώπους; Έχω «δικούς μου»; Υπάρχει ένα μέρος, φυσικό ή όχι, που μπορώ να είμαι χωρίς να το σκέφτομαι πολύ;

Και κάπου εδώ αρχίζει το περίεργο της εποχής μας. Γιατί θεωρητικά, δεν ήμασταν ποτέ πιο «συνδεδεμένοι». Έχουμε chats, ομάδες, social, notifications που βαράνε πιο συχνά κι από ξυπνητήρι Δευτέρας πρωί. Μιλάμε με κόσμο κάθε μέρα. Βλέπουμε ζωές, stories, στιγμές. Κι όμως, η αίσθηση ότι δεν ανήκεις πουθενά έχει γίνει σχεδόν κοινή εμπειρία.

Κάποτε η κοινότητα ήταν πιο δεδομένη. Δεν ήταν πάντα τέλεια, ούτε καν κοντά, αλλά υπήρχε. Ήξερες τους ανθρώπους γύρω σου, υπήρχαν σταθερές, υπήρχαν «μέρη» που σε ήξεραν κι εσένα πίσω. Τώρα; Έχεις επιλογές. Πολλές επιλογές. Τόσες πολλές, που καμιά φορά καταλήγεις να μην επιλέγεις τίποτα πραγματικά. Να είσαι λίγο παντού, αλλά όχι κάπου συγκεκριμένα. Είναι σαν να έχεις 10 chats ανοιχτά και να μην νιώθεις άνετα σε κανένα.

Η ανάγκη για κοινότητα δεν είναι κάτι βαθύ και abstract. Είναι πολύ πιο απλό απ’ όσο το κάνουμε. Είναι εκείνη η στιγμή που θες να στείλεις μήνυμα χωρίς να σκεφτείς αν «ενοχλείς». Είναι το να μπεις κάπου και να μη χρειάζεται να εξηγήσεις ποιος είσαι από την αρχή. Είναι να σε θυμούνται. Να σε περιμένουν λίγο. Να χωράς. Και ναι, είναι και το να γελάς με inside jokes που δεν βγάζουν νόημα σε κανέναν άλλο.

Αλλά υπάρχει ένα μικρό twist. Γιατί ενώ όλοι θέλουμε να ανήκουμε, ταυτόχρονα φοβόμαστε κιόλας. Για να ανήκεις κάπου, πρέπει να φανείς. Να δείξεις πλευρές σου που δεν είναι πάντα polished. Να ρισκάρεις το «μήπως δεν με δεχτούν». Και κάπου εκεί, πολλοί από εμάς κάνουμε ένα βήμα πίσω. Κρατάμε μια απόσταση. Μένουμε safe.

Το θέμα είναι ότι η απόσταση προστατεύει, αλλά απομονώνει κιόλας. Και μετά υπάρχει και το άλλο: η ψευδαίσθηση της κοινότητας. Το να ανήκεις «κάπου» online μπορεί να μοιάζει αρκετό. Και μερικές φορές είναι — δεν το ακυρώνουμε. Αλλά υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο να σε βλέπουν και στο να σε νιώθουν. Μπορεί να έχεις reactions, replies, καρδούλες, αλλά να μην έχεις κάποιον να σου πει «έλα από εδώ» χωρίς δεύτερη σκέψη. Και αυτό είναι ένα κενό που δεν γεμίζει εύκολα με notifications.

Από την άλλη, η κοινότητα δεν είναι κάτι που απλά βρίσκεις έτοιμο. Δεν είναι εφαρμογή να την κατεβάσεις και να δουλέψει αυτόματα. Θέλει χρόνο, θέλει επανάληψη, θέλει να εμφανίζεσαι ξανά και ξανά. Θέλει να πεις «ναι» σε πράγματα που ίσως βαριέσαι λίγο. Να πας για εκείνο τον καφέ που σκέφτηκες να ακυρώσεις. Να στείλεις πρώτο μήνυμα, ακόμα κι αν δεν είσαι σίγουρος για την απάντηση.

Δεν είναι πάντα effortless. Και σίγουρα δεν είναι πάντα βολικό. Και ναι, θα υπάρξουν και οι φορές που δεν θα κολλήσει. Που θα νιώσεις ότι δεν ταιριάζεις. Που θα φύγεις από μια παρέα και θα σκεφτείς «οκ, όχι εδώ». Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει «κάπου». Σημαίνει απλά ότι αυτό δεν ήταν το σωστό μέρος για σένα. Ξέρω, κλισέ, αλλά… ισχύει.

Το αστείο είναι ότι πολλές φορές η κοινότητα δεν μοιάζει όπως τη φανταζόμαστε. Δεν είναι απαραίτητα μια μεγάλη παρέα που κάνει τα πάντα μαζί. Μπορεί να είναι 2-3 άτομα. Μπορεί να είναι ένας χώρος που επιστρέφεις συχνά. Μπορεί να είναι μια μικρή ρουτίνα που μοιράζεσαι με κάποιους ανθρώπους. Κάτι πιο ήσυχο, πιο low-key. Αλλά σταθερό. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι το «ανήκω» δεν χρειάζεται φασαρία για να υπάρχει. Ίσως τελικά η ερώτηση δεν είναι μόνο «ανήκω κάπου;» Ίσως είναι και: δίνω στον εαυτό μου την ευκαιρία να ανήκει; Μένω αρκετά για να το δω; Αφήνω χώρο στους άλλους να με γνωρίσουν; Γιατί η κοινότητα δεν είναι one-way. Δεν είναι μόνο να σε διαλέξουν. Είναι και να επιλέξεις να μείνεις.

Και αν νιώθεις ότι δεν ανήκεις πουθενά αυτή τη στιγμή, δεν σημαίνει ότι κάτι πάει λάθος με σένα. Σημαίνει απλά ότι είσαι σε αυτή τη φάση. Την ενδιάμεση. Εκεί που ακόμα ψάχνεις, δοκιμάζεις, φεύγεις, ξαναπλησιάζεις. Δεν είναι το πιο άνετο μέρος, αλλά είναι μέρος της διαδρομής. Γιατί στο τέλος της ημέρας, όσο κι αν αλλάζουν όλα γύρω μας — οι ρυθμοί, οι τρόποι επικοινωνίας, οι ζωές — αυτή η ανάγκη μένει ίδια: να ανήκεις κάπου, να σε βλέπουν, να σε χωράνε.

Και κάπου, κάπως, με τον δικό σου τρόπο: θα το βρεις ή θα το φτιάξεις. Ή, ακόμα πιο ρεαλιστικά, λίγο από όλα, και κάπου θα βγει ένα αποτέλεσμα.

 

Συντάκτης: Ράνια Λιάσκου