Στην καθημερινότητα υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για τους θεραπευτές, όχι από μια συγκεκριμένη ειδικότητα απαραίτητα. Συνήθως είναι καθαρή, τακτοποιημένη, σχεδόν κινηματογραφική, να κάθονται απέναντί σου να σε ακούν με προσοχή, κάνοντας σωστά ερωτήσεις με σκοπό να κρατηθεί η ισορροπία που μοιάζει, αδιατάρακτη.
Εκεί είναι που δημιουργείται ένας μικρός μύθος, ότι οι άνθρωποι είναι πάντα καλά, πάντα διαθέσιμοι και πάντα έτοιμοι. Βέβαια, η αλήθεια είναι διαφορετική και λίγο πιο ανθρώπινη, αρκετά πιο βαριά από ό,τι νομίζει ο περισσότερος κόσμος. Κανείς δε βλέπει τις μέρες που είναι κουρασμένος. Όχι απλά κουρασμένος, εκείνες τις μέρες που έχει ξυπνήσει και θα προτιμούσε να μην μιλήσει σε κανέναν. Που το σώμα δεν ακολουθεί, που το μυαλό τρέχει και η ενέργεια τρέχει να απλωθεί στο πάτωμα.
Παρόλα αυτά, μπαίνει στη συνεδρία με χαμόγελο, όχι ψεύτικο, αλλά συνειδητό, ένα χαμόγελο που λέει «είμαι εδώ για σένα», ακόμα κι αν μέσα του λέει «σήμερα δεν είμαι στα καλύτερά μου». Δεν είναι το υποκριτικό χαμόγελο, είναι επιλογή, είναι επαγγελματισμός αλλά και κάτι πιο βαθύ, μια δέσμευση απέναντι στον άλλον άνθρωπο. Γιατί εκείνη τη στιγμή, δεν έχει σημασία πώς νιώθει ο ίδιος. Έχει σημασία να δημιουργηθεί ένας ασφαλής χώρος. Και αυτός ο χώρος ξεκινά από εκείνον. Κανείς δεν ξέρει ότι αφήνει τα δικά του προβλήματα έξω από την πόρτα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Υπάρχουν μέρες που η ζωή του θεραπευτή δεν είναι πιο εύκολη από τη ζωή οποιουδήποτε άλλου. Έχει άγχη, έχει προσωπικά θέματα, έχει εκκρεμότητες, έχει στιγμές που θα ήθελε κι εκείνος να είναι «στην άλλη καρέκλα».
Αλλά δεν είναι.
Οπότε κάνει κάτι που δε διδάσκεται εύκολα: βάζει pause στα δικά του για λίγο, όσο διαρκεί μια συνεδρία ή και περισσότερες από μία. Κάπου εκεί ανοίγει χώρο για να μπουν μέσα τα προβλήματα κάποιου άλλου. Ενός παιδιού, ενός ενήλικα, ενός ανθρώπου που εκείνη τη στιγμή χρειάζεται να ακουστεί, να γίνει κατανοητός, να νιώσει ότι κάποιος τον κρατάει, έστω και συμβολικά.
Δε σημαίνει ότι τα δικά του εξαφανίζονται, απλά περιμένουν, υπομονετικά, μέχρι να κλείσει η πόρτα ξανά. Κανείς δε βλέπει πόσες φορές πίστεψε σε έναν θεραπευόμενο, όταν κανείς άλλος δεν μπορούσε ακόμα να το κάνει. Είναι από εκείνα τα πράγματα που δεν γράφονται πουθενά. Δε μετριούνται. Δε φαίνονται.
Είναι εκείνες οι στιγμές που ο θεραπευτής βλέπει κάτι μικρό, όπως είναι μια αλλαγή, μια προσπάθεια, μια σπίθα, και την κρατάει σαν να είναι κάτι μεγάλο. Γιατί ξέρει ότι μπορεί να γίνει μεγάλο. Ακόμα κι αν το περιβάλλον δεν το βλέπει. Ακόμα κι αν οι γύρω έχουν κουραστεί, απογοητευτεί ή σταματήσει να ελπίζουν. Ο θεραπευτής μένει εκεί, πιστεύει λίγο παραπάνω. Κρατάει την εικόνα ενός «μπορείς» όταν όλα γύρω λένε «δεν γίνεται». Ακόμα και αυτό το «λίγο παραπάνω» πολλές φορές είναι αυτό που κάνει τη διαφορά. Όχι θεαματικά, όχι από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά σιγά σιγά, σχεδόν αθόρυβα.
Και όμως, είναι εδώ κάθε μέρα, γιατί κάθε μέρα κάποιος τον επιλέγει. Κάποιος ανοίγει την πόρτα και λέει, με τον τρόπο του, «σε εμπιστεύομαι». Κάποιος κάθεται απέναντί του και του δίνει χώρο στη ζωή του. Κάποιος ξεκινά από εκείνον και, για εκείνη τη μία ώρα, τελειώνει πάλι εκεί. Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, είναι ευθύνη, είναι βάρος, είναι τιμή, είναι ένας συνδυασμός όλων αυτών και ίσως αυτός είναι ο λόγος που, παρά την κούραση, παρά τα προσωπικά, παρά τις δύσκολες μέρες, συνεχίζει. Όχι γιατί δεν επηρεάζεται, αλλά γιατί έχει επιλέξει να είναι παρών.
Δε χρειάζεται να δημιουργούνται ιδέες για τους θεραπευτές. Δεν είναι άτρωτοι, ούτε αλάνθαστοι, είναι άνθρωποι που έχουν μάθει να στέκονται δίπλα σε άλλους ανθρώπους, ακόμα κι όταν οι ίδιοι δεν είναι τέλεια. Και ίσως τελικά αυτό είναι το πιο σημαντικό. Όχι ότι έχουν όλες τις απαντήσεις. Αλλά ότι παραμένουν εκεί, μέσα στη διαδικασία, μέσα στη σχέση, μέσα σε αυτή τη μικρή αλλά πολύ ουσιαστική συνάντηση που λέγεται «συνεδρία». Και κουβαλάνε περισσότερα απ’ όσα φαίνονται. Ήσυχα. Σταθερά. Κάθε μέρα.
