Άλλη μια Κυριακή από αυτές που ξεκινάνε με καφέ και καταλήγουν να διαβάζεις σχόλια και να σκέφτεσαι αν τελικά η μουσική είναι για να τη ζεις ή για να την εγκρίνεις. Η φάση είναι απλή: η Ιουλία Καλλιμάνη τραγουδάει το «Σ’ ακολουθώ» μπροστά στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Μια σκηνή που κανονικά θα έπρεπε να είναι cute, ωραία και ανθρώπινη. Αντί γι’ αυτό; Κλασικό, παραδοσιακό ελληνικό internet meltdown. Διότι «αυτά τα τραγούδια δεν αγγίζονται».
Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη κατηγορία ακροατών, οι fans του «ποιοτικού», που δεν αρκούνται στο να αγαπούν τη μουσική, αλλά θέλουν να τη διαχειρίζονται, να βάζουν όρια, να καθορίζουν ποιος μπαίνει και ποιος όχι. Σαν να υπάρχει ένα αόρατο face control στη μουσική σκηνή και κάποιος να κρατάει clipboard με ονόματα. «Εσύ ναι, εσύ όχι, εσύ έχεις δικαίωμα, εσύ δεν έχεις.»
@eleftheriosgigour Με ιδιαίτερη χαρά και τιμή επισκέφτηκε ο Βασίλης Παπακωσταντίνου η ιστορία της Ελληνική ροκ μουσικής Την Ιουλία Καλλιμάνη Παρακολούθησα με πολύ αγάπη το πρόγραμμα της και μετά παραβρέθηκε στο καμαρίνι της και ανταλλάξαμε όμορφες κουβέντες έτσι γράφεται η ιστορία με τους σπουδαίους ανθρώπους Ευχαριστούμε κύριε Παπακωσταντίνου#vasilispapakonstadinou#iouliakallmani#vairal_video#@iouliakallimani_OFFICIAL @Michael Touratzidis ♬ πρωτότυπος ήχος – eleftheriosgigour
Η συζήτηση δεν είναι καν για το αν η ερμηνεία ήταν καλή ή όχι. Δεν είναι αισθητική κουβέντα. Είναι κάτι πιο… περίεργο. Είναι το «δεν επιτρέπεται». Όχι «δε μου άρεσε», αλλά «δεν έπρεπε να το κάνεις». Αυτό δεν είναι άποψη, είναι ιδιοκτησιακή αντίληψη. Σαν να έχουν κάποιοι μετοχές στα τραγούδια και να αποφασίζουν ποιος τα χρησιμοποιεί. Σαν να υπάρχει μια άτυπη επιτροπή που δίνει άδειες ερμηνείας. Και αν δεν πληροίς τα «κριτήρια», sorry, αποκλείεσαι.
@mariakavouka♬ πρωτότυπος ήχος – Maria Kavouka
Η ειρωνεία; Τα ίδια τα τραγούδια δε φτιάχτηκαν ποτέ για να μπουν σε βιτρίνα. Ένα τραγούδι ζει όταν αλλάζει χέρια. Όταν περνάει από διαφορετικές φωνές, διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικά backgrounds. Όταν κάποιος που δεν «ανήκει» στο στερεότυπο το παίρνει και το κάνει δικό του, ακόμα κι αν αυτό βγει αδέξιο, ατελές ή απλώς διαφορετικό. Γιατί αλλιώς τι; Να τα βάλουμε σε ένα ράφι και να τα κοιτάμε;
Το πιο αστείο σε όλο αυτό είναι ότι πολλοί από αυτούς που φωνάζουν «μην αγγίζετε τα ιερά», μεγάλωσαν με καλλιτέχνες που ακριβώς αυτό έκαναν: πήραν τραγούδια, τα διασκεύασαν, τα άλλαξαν, τα έφεραν στα μέτρα τους. Ο ίδιος ο Παπακωνσταντίνου δεν έγινε σύμβολο επειδή έπαιξε safe.
Αλλά ο ελιτισμός έχει αυτό το ταλέντο: κάνει reset τη μνήμη όταν τον βολεύει και, ξαφνικά, η μουσική από κάτι ζωντανό γίνεται κάτι «καθαρό». Κάτι που πρέπει να προστατευτεί από τους «λάθος» ανθρώπους. Κάτι που δεν αντέχει πειραματισμούς. Spoiler alert: αν κάτι δεν αντέχει πειραματισμούς, δεν είναι τέχνη, είναι μουσείο. Κι εδώ είναι που το όλο αφήγημα αρχίζει να μπάζει από παντού. Γιατί ποιος είναι τελικά αυτός που «δικαιούται» να τραγουδήσει κάτι; Αυτός που ταιριάζει στο genre; Αυτός που εγκρίνει το κοινό; Αυτός που περνάει το vibe test ή απλά όποιος θέλει;
Η Ιουλία Καλλιμάνη μπορεί να μην είναι αυτό που κάποιοι θεωρούν «σωστή» επιλογή για ένα τέτοιο τραγούδι — οκ, αυτό είναι γούστο. Αυτό συζητιέται. Το να λες όμως ότι δεν πρέπει καν να το δοκιμάσει; Αυτό είναι απλώς έλεγχος ντυμένος με κουλτούρα.Και στο τέλος της ημέρας, υπάρχει και μια απλή, σχεδόν ξεχασμένη λεπτομέρεια: ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ήταν εκεί, ο άνθρωπος πίσω από το τραγούδι. Δε χρειάστηκε να τον «υπερασπιστεί» κανείς. Δεν κατέρρευσε τίποτα.
Ίσως γιατί οι ίδιοι οι καλλιτέχνες καταλαβαίνουν κάτι που οι «φύλακες» συχνά ξεχνούν: τα τραγούδια, από τη στιγμή που βγαίνουν στον κόσμο, δεν τους ανήκουν πια. Ανήκουν σε όλους. Ακόμα και σε αυτούς που, σοκ, τολμούν να τα τραγουδήσουν.
