Υπάρχει μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων που, αν τους ακούσεις να περιγράφουν τη ζωή τους, θα νομίζεις ότι ο Σαίξπηρ έγραψε τις μεγαλύτερες τραγωδίες του βασισμένος πάνω τους. Είναι, ας τους πούμε, οι «επαγγελματίες θύματα». Άνθρωποι που έχουν κάνει το παράπονο και το μοιρολόι βασικό εργαλείο επιβίωσης, είτε στον εργασιακό τους χώρο είτε στις προσωπικές τους σχέσεις.

Το να δηλώνεις θύμα, βλέπεις, είναι η πιο ξεκούραστη στάση ζωής. Γιατί το θύμα δεν φταίει ποτέ, δεν αναλαμβάνει ευθύνες, δεν χρειάζεται να αποδώσει και, το κυριότερο, απαιτεί μόνιμα τη συμπόνια και την ανοχή σου. «Μα κοίτα πόσα τραβάει αυτός ο καημένος ο άνθρωπος, πρέπει να τον στηρίξω, να είμαι δίπλα του…» σκέφτεσαι. Έλα όμως που αν κάτσεις να ξύσεις λίγο την επιφάνεια του δράματος, θα δεις ότι πίσω από τα δάκρυα κρύβονται δύο πολύ συγκεκριμένες και άκρως τοξικές συμπεριφορές.

Σαφώς και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τι τρέχει και να δεις το πραγματικό πρόσωπο των ανθρώπων που επιλέγεις να έχεις δίπλα σου. Δεν είναι δα ότι έχουμε πάρει και όλοι Master στο manipulation και στις μεθόδους χειραγώγησης. Ο χρόνος όμως κάνει τη δουλειά του χωρίς να του το ζητήσεις. Τους ξεχώρισα σε δύο βασικές, ας πούμε, κατηγορίες.

Και για να σας προλάβω: έχουμε όλοι μας το δικαίωμα στους ανθρώπους που θεωρούμε δικούς μας να εξομολογούμαστε το οτιδήποτε μας βαραίνει, να σχολιάσουμε γεγονότα και πρόσωπα που ίσως μας φέρθηκαν άσχημα, να γκρινιάξουμε βρε αδερφέ που ξεμείναμε πάλι τέλος του μήνα, που παχύναμε, που τσακωθήκαμε με το γκομενέτο. Μην μου πεις όμως ότι όλες οι συζητήσεις με τους ανθρώπους που θεωρείς φίλους σου βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στην γκρίνια και το μοιρολόι ..

 

Τύπος 1: Το «δεν φαντάζεσαι τι τραβάω, με έχουν τρελάνει όλοι»

Είναι οι άνθρωποι που θα σου παρουσιάσουν μια πραγματικότητα γεμάτη «βάσανα» και πιέσεις από την οικογένεια, τους συντρόφους ή τη μοίρα, μόνο και μόνο για να κρύψουν τις δικές τους επιλογές ή τις δικές τους ανασφάλειες. Θα σου πουν πώς υποφέρουν από τις προσδοκίες των άλλων, πώς τους αναγκάζουν να μπλέξουν σε καταστάσεις που οι ίδιοι δεν επέλεξαν, ενώ την ίδια στιγμή ζουν ακριβώς τη ζωή που επέλεξαν, συχνά εις βάρος των άλλων, μόνο που αυτό το τελευταίο προτιμούν να στο αποκρύψουν.

Αυτός ο τύπος χρησιμοποιεί το δράμα ως άμυνα. Κλαίγεται προκαταβολικά για να μην προλάβεις να δεις τον ανταγωνισμό του, τα ψέματά του ή τα «καρφιά» που πετάει υποχθόνια για να μειώσει τους γύρω του. Σου πουλάει μια θεωρητική δυστυχία για να εξαγοράσει την προσοχή σου, μπερδεύοντας στο τέλος ακόμα και τα ίδια του τα ψέματα.

Και εσύ, ως καλός φίλος, θα πεις: «Εντάξει μωρέ, έχει και κάποια ελαττώματα, κανείς δεν είναι τέλειος», ξεχνώντας και διαγράφοντας όλο το τ0ξικό σκ@τό που σε έχει κεράσει. Μέχρι να έρθει η μέρα, δεν ξέρω, να βρεθεί ανάδρομος ο Άρης, ο Ερμής , να βρεθείς εσύ σε δύσκολη φάση της δικής σου ζωής; Ίσως. Τότε η ομίχλη που συνειδητά είχες βάλει μπροστά από τα μάτια σου αρχίζει και φεύγει, και σιγά-σιγά βλέπεις τι πραγματικά κρυβόταν από πίσω.

 

Τύπος 2: Το «δεν καταλαβαίνω γιατί μου φέρθηκαν έτσι, είναι τόσο άδικο»

Θα τον βρεις όχι μόνο στη δουλειά αν και εκεί, κακά τα ψέματα, διαπρέπει, αλλά παντού γύρω σου. Είναι αυτός ο «καημένος» που κάνει τα πάντα σωστά, με τόση αγάπη, με τόσο νοιάξιμο, και αναρωτιέται μόνιμα τι κακοί που είναι όλοι οι άλλοι: «Πώς μου φέρθηκαν έτσι; Γιατί με χώρισε; Γιατί με έκαναν πέρα; Γιατί με έχουν στοχοποιήσει;».

Όταν, λοιπόν, λείπουν οι ικανότητες, η αντίληψη, η αυτοκριτική, οι αγνές προθέσεις ή η απλή όρεξη για προσπάθεια, ενεργοποιείται αυτόματα ο μηχανισμός της «παγκόσμιας αδικίας». Είναι ο άνθρωπος που θα χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε κλαψούρικη φράση για να καλύψει είτε την επαγγελματική του ανεπάρκεια, είτε τα δικά του χοντρά λάθη σε μια σχέση.

Αντί να παραδεχτεί ότι δεν μπορεί να βγάλει πέρα ένα task, ότι δυσκολεύεται να συνεργαστεί, ότι ρε αδερφέ δεν του ταιριάζει αυτός ο ρόλος ή ότι συμπεριφέρθηκε σκάρτα στον σύντροφό του, αρχίζει το μοιρολόι: «Δεν με καταλαβαίνει κανείς», «Μου φέρονται άσχημα». Ψάχνει συνεχώς αυτιά για να ακουστεί ο πόνος του, προσπαθώντας να κερδίσει μια ανάσα επιβεβαίωσης, ενώ την ίδια ώρα γίνεται εριστικός, απόλυτος και αυταρχικός με όποιον θεωρεί ότι τον «παίρνει» ή τον βλέπει ως πιο αδύναμο.

Υπάρχουν, βλέπεις, αυτές οι στιγμές αλήθειας που το μοιρολόι κάνει διάλειμμα για λίγο και ξεπροβάλλει η πραγματική του φύση· σκάει σαν βεγγαλικό και μένεις αποσβολωμένος. Αλλά αυτή η αναλαμπή κρατάει τόσο λίγο και συνήθως μαζεύεται πολύ-πολύ εύκολα, έτσι δεν δίνεις τη σημασία που απαιτείται.

Γιατί το κάνει; Γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να μετατοπίσεις τη συζήτηση από το αν είσαι παραγωγικός στη δουλειά σου ή σωστός σύντροφος στη σχέση σου, στο πώς νιώθεις εσύ ψυχολογικά και πόσο σκληρός είναι ο κόσμος μαζί σου . Η μόνιμη κλάψα γίνεται η τέλεια ασπίδα για να μην φανεί ότι, πολύ απλά, τα βρήκε σκούρα και η όλη φάση είναι πολύ ανώτερη των δυνάμεών του.

 

Αντί επιλόγου: Η έξοδος από το θέατρο

Οι επαγγελματίες θύματα επιβιώνουν μόνο όσο βρίσκουν κοινό να τους χειροκροτήσει, να τους δικαιολογήσει ή να τους λυπηθεί. Πρόσεξε και κάτι: αυτού του είδους οι άνθρωποι χρησιμοποιούν πάντα το γ’ ενικό και το γ’ πληθυντικό. «Αυτός, αυτή, αυτοί μου έκαναν έτσι κι έτσι και γιουβέτσι». Δεν υπάρχει ποτέ στη φράση τους το «εκεί ήμουν ΕΓΩ λάθος», το «εκεί ΕΓΩ δεν το χειρίστηκα σωστά». Η ευθύνη είναι πάντα κάπου αλλού, ποτέ πάνω τους.

Είτε πρόκειται λοιπόν για έναν φίλο που κατασκευάζει οικογενειακά και προσωπικά δράματα για να κρύψει τα συμπλέγματά του, είτε για έναν συνάδελφο που πνίγεται σε μια κουταλιά νερό, η λύση είναι μία: ευγένεια και ακλόνητα όρια.

Όταν σταματήσεις να τους τροφοδοτείς με τη συμπόνια σου, το θέατρο απλώς ξεμένει από θεατές και ρίχνει αυλαία. Δεν είπαμε να τους τραμπουκίσεις, μην γίνεσαι τέτοιος, βάλε τα όριά σου όμως και δείξε επιτέλους ότι το κουτόχορτο ίσως να μην σου αρέσει τόσο τελικά.

Συντάκτης: Δήμητρα Μάστορα