Έντονη συζήτηση προκάλεσε η τοποθέτηση της Κατερίνας Στικούδη, όταν κλήθηκε να απαντήσει σε δημοσιογραφική ερώτηση σχετικά με το αν νιώθει τύψεις που αφήνει το παιδί της στο σπίτι για να εργαστεί ή να πραγματοποιήσει επαγγελματικές υποχρεώσεις. Η ίδια απάντησε άμεσα, θέτοντας ένα εύλογο ερώτημα: αν αντίστοιχη ερώτηση γίνεται και σε άνδρες καλλιτέχνες ή επαγγελματίες πατέρες. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι το παιδί της βρίσκεται πάντα με ανθρώπους εμπιστοσύνης και ότι μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον φροντίδας, ενώ υπογράμμισε πως θεωρεί σημαντικό για ένα παιδί να βλέπει τη μητέρα του να ακολουθεί αυτό που αγαπά και να είναι ενεργή στη ζωή της. Πίσω όμως από τη συγκεκριμένη απάντηση, αναδεικνύεται ένα ευρύτερο και διαχρονικό ζήτημα: η κοινωνική απαίτηση η μητρότητα να συνοδεύεται από συνεχή ενοχή.
Η ερώτηση «νιώθεις τύψεις;» δεν είναι ουδέτερη. Είναι φορτισμένη. Υπονοεί ότι μια γυναίκα που εργάζεται, δημιουργεί ή απλώς ζει τη ζωή της έξω από τον στενό ρόλο της αποκλειστικής φροντίδας, οφείλει να λογοδοτεί συναισθηματικά. Η ίδια ερώτηση, όμως, σπάνια απευθύνεται σε πατέρες. Σπάνια τίθεται το «νιώθεις τύψεις που δουλεύεις;», «που ταξιδεύεις;», «που λείπεις;». Η πατρότητα κοινωνικά δεν συνδέεται με την ίδια αυστηρή ηθική επιτήρηση. Αυτό δημιουργεί μια άνιση συνθήκη: οι μητέρες δεν κρίνονται μόνο για το τι κάνουν, αλλά και για το αν νιώθουν αρκετά «ένοχες» όταν δεν ανταποκρίνονται σε ένα ιδεατό, εξαντλητικό πρότυπο απόλυτης διαθεσιμότητας.
Η αντίληψη ότι η φροντίδα των παιδιών είναι πρωτίστως γυναικεία υπόθεση εξακολουθεί να επηρεάζει βαθιά τον δημόσιο λόγο. Έτσι, μια γυναίκα που εργάζεται ή εμφανίζεται δημόσια, συχνά καλείται να αποδείξει ότι παραμένει «επαρκής μητέρα». Στην πραγματικότητα, όμως, η ανατροφή ενός παιδιού δεν είναι ατομική αποστολή ούτε αποκλειστικά γυναικείος ρόλος. Είναι συλλογική και μοιρασμένη ευθύνη ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι.
Η τοποθέτηση της Στικούδη λειτούργησε τελικά σαν καθρέφτης. Δεν ανέδειξε μόνο μια προσωπική στάση, αλλά κυρίως ένα μοτίβο: το πώς συνεχίζουμε να ρωτάμε τις γυναίκες αν «νιώθουν τύψεις» που δεν εξαφανίζονται μέσα στον ρόλο της μητέρας.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ουσιαστικό ερώτημα που δεν έχει τεθεί ακόμη αρκετά: γιατί εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι η αυτονομία μιας μητέρας χρειάζεται απολογία;
Όσο η απάντηση σε αυτό παραμένει θολή, τέτοιες ερωτήσεις θα συνεχίζουν να λέγονται και να αποκαλύπτουν περισσότερα για την κοινωνία που τις κάνει, παρά για τις γυναίκες που τις δέχονται.