Υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν σε ένα δωμάτιο και, χωρίς να κάνουν τίποτα ιδιαίτερο, καταφέρνουν να εκνευρίσουν τους πάντες. Δεν είναι αγενείς. Δεν είναι αλαζόνες. Δεν είναι επιθετικοί. Απλά δε φαίνεται να τους νοιάζει ιδιαίτερα αν θα τους συμπαθήσεις. Και, κάπως περίεργα, αυτό αρκεί.
Γιατί έχουμε μάθει να ζούμε μέσα σε ένα αόρατο κοινωνικό συμβόλαιο: «Εγώ θα προσπαθήσω να μου αρέσεις και εσύ θα προσπαθήσεις να σου αρέσω». Ένα διαρκές παζάρι αποδοχής. Ένα αθόρυβο δούναι και λαβείν επιβεβαίωσης. Και όταν εμφανίζεται κάποιος που δε συμμετέχει σε αυτό το παιχνίδι, κάτι μέσα μας αναστατώνεται. Όχι απαραίτητα επειδή μας έκανε κάτι, αλλά επειδή μας θυμίζει κάτι που προσπαθούμε χρόνια να μην κοιτάξουμε.
1. Δε μας ενοχλεί η ελευθερία τους. Μας ενοχλεί η δική μας εξάρτηση.
Αυτό είναι το πρώτο άβολο σημείο. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι τους ενοχλεί η «έπαρση» κάποιων ανθρώπων. Πολλές φορές όμως δεν πρόκειται για έπαρση. Πρόκειται για ανεξαρτησία. Και η ανεξαρτησία είναι καθρέφτης.
Γιατί όταν συναντάς κάποιον που δεν δείχνει να χρειάζεται την αποδοχή σου, αναγκάζεσαι να δεις πόσο τη χρειάζεσαι εσύ. Και αυτό δεν είναι ευχάριστο. Ο άνθρωπος που δεν ζητάει έγκριση δεν σου προκαλεί θυμό. Σου προκαλεί σύγκριση.
2. Το social validation είναι το νόμισμα της εποχής.
Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα μετριούνται. Likes. Views. Followers. Αντιδράσεις. Επιβεβαίωση. Η αποδοχή έχει μετατραπεί σε κοινωνικό νόμισμα.
Και όταν κάποιος δείχνει ότι δεν λειτουργεί με αυτό το νόμισμα, μοιάζει σχεδόν ύποπτος. Σαν να παραβιάζει έναν κανόνα που όλοι οι υπόλοιποι ακολουθούν. Απλά ο άνθρωπος απέναντι δεν κάνει το συνηθισμένο performance αποδοχής που έχουμε μάθει να περιμένουμε.
3. Η προβολή.
Στην ψυχολογία υπάρχει η προβολή (projection). Ο μηχανισμός όπου αποδίδουμε στους άλλους πράγματα που δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε μέσα μας. Και εδώ γίνεται κάτι ενδιαφέρον.
Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να συνδέουν την αξία τους με το πόσο αρεστοί είναι. Οπότε, όταν βλέπουν κάποιον να μην παίζει αυτό το παιχνίδι, δεν μπορούν να το επεξεργαστούν. Και το μεταφράζουν σε αλαζονεία. Γιατί είναι πιο εύκολο να πιστέψεις ότι ο άλλος είναι ψώνιο, παρά να αναρωτηθείς γιατί εσύ χρειάζεσαι τόσο πολύ την αποδοχή.
4. Μας χαλάει την ψευδαίσθηση του ελέγχου.
Η έγκριση είναι μορφή δύναμης. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Όταν ξέρεις ότι κάποιος θέλει να τον συμπαθήσεις, αποκτάς επιρροή πάνω του. Μπορείς να τον ανταμείψεις. Μπορείς να τον απορρίψεις. Μπορείς να επηρεάσεις τη συμπεριφορά του.
Αλλά όταν ο άλλος δεν φαίνεται να εξαρτάται από αυτό; Χάνεις αυτόματα ένα εργαλείο ελέγχου. Και αυτό δημιουργεί δυσφορία. Όχι επειδή ο άλλος έκανε κάτι λάθος, αλλά επειδή ξαφνικά δεν μπορείς να τον διαχειριστείς όπως έχεις μάθει.
5. Το σύνδρομο της κοινωνικής συμμόρφωσης.
Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον. Και η ανάγκη για ένταξη είναι βαθιά βιολογική. Για χιλιάδες χρόνια, η αποδοχή της ομάδας ήταν ζήτημα επιβίωσης. Το να σε απορρίψει η φυλή μπορούσε κυριολεκτικά να σημαίνει θάνατο.
Γι’ αυτό ο εγκέφαλος εξακολουθεί να δίνει τεράστια σημασία στην κοινωνική αποδοχή. Όταν λοιπόν βλέπεις κάποιον που φαίνεται να λειτουργεί έξω από αυτό το σύστημα, ενεργοποιείται μια παράξενη δυσπιστία. Σαν να λες ασυνείδητα: «Καλά, πώς γίνεται να μην τον νοιάζει;».
Και η απάντηση είναι ότι συνήθως τον νοιάζει. Απλώς δεν καθορίζει τη ζωή του γύρω από αυτό.
6. Η αλήθεια που δεν παραδεχόμαστε: ζηλεύουμε λίγο.
Όχι πάντα. Αλλά συχνά. Γιατί υπάρχει κάτι απελευθερωτικό σε έναν άνθρωπο που δεν προσπαθεί συνεχώς να κερδίσει συμπάθειες. Δεν μετράει κάθε λέξη. Δεν διορθώνει τον εαυτό του κάθε πέντε λεπτά. Δεν παρακολουθεί μανιωδώς τις αντιδράσεις του περιβάλλοντος.
Και βαθιά μέσα μας ξέρουμε πόση ενέργεια ξοδεύουμε εμείς σε όλα αυτά. Γι’ αυτό πολλές φορές δεν μας ενοχλεί η στάση του. Μας ενοχλεί η υπενθύμιση ότι θα θέλαμε να μπορούμε να κάνουμε το ίδιο.
7. Η διαφορά ανάμεσα στην αυτονομία και την αλαζονεία.
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση. Δεν μιλάμε για ανθρώπους που περιφρονούν τους άλλους. Δεν μιλάμε για ναρκισσιστές. Δεν μιλάμε για ανθρώπους που πιστεύουν ότι είναι ανώτεροι. Αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό.
Η πραγματική αυτονομία δεν λέει: «Δεν με νοιάζει κανείς». Λέει: «Η γνώμη σου έχει αξία, αλλά δεν θα χτίσω την ταυτότητά μου πάνω σε αυτή». Και αυτή η στάση είναι πολύ πιο σπάνια απ’ όσο νομίζουμε.
8. Γιατί τους δοκιμάζουμε.
Έχεις παρατηρήσει τι συμβαίνει συχνά; Όταν συναντάμε κάποιον που δεν φαίνεται να ψάχνει έγκριση, αρχίζουμε ασυνείδητα να τον τεστάρουμε. Τον προκαλούμε. Τον ειρωνευόμαστε. Τον αμφισβητούμε. Τον πιέζουμε.
Σαν να θέλουμε να δούμε αν θα σπάσει. Αν τελικά θα ζητήσει αποδοχή όπως όλοι οι υπόλοιποι. Γιατί αν δεν τη ζητήσει, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ίσως υπάρχει ένας άλλος τρόπος να ζεις. Και αυτό είναι πολύ πιο ανατρεπτικό απ’ όσο φαίνεται.
9. Η παρεξήγηση της σιωπηλής αυτοπεποίθησης.
Έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε την αυτοπεποίθηση μόνο όταν είναι θορυβώδης. Όταν φαίνεται. Όταν δηλώνεται. Όταν διαφημίζεται. Αλλά η πιο σταθερή μορφή αυτοπεποίθησης είναι συχνά η πιο αθόρυβη.
Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Δεν προσπαθεί να αποδείξει. Δεν προσπαθεί να πείσει. Απλώς υπάρχει. Και ίσως γι’ αυτό μπερδεύεται τόσο συχνά με την αδιαφορία ή την έπαρση.
10. Η πραγματική ενόχληση δεν είναι ο άλλος.
Είναι αυτό που φωτίζει μέσα μας. Γιατί οι άνθρωποι που δεν ζητάνε συνεχώς αποδοχή λειτουργούν σαν καθρέφτες. Όχι επειδή είναι καλύτεροι. Όχι επειδή τα έχουν λύσει όλα.
Αλλά επειδή μας αναγκάζουν να δούμε πόσο συχνά προσαρμόζουμε τη συμπεριφορά μας για να εξασφαλίσουμε έγκριση. Πόσες φορές μαλακώνουμε τη γνώμη μας. Πόσες φορές κρύβουμε αυτό που είμαστε. Πόσες φορές λέμε «ναι», ενώ θέλουμε να πούμε «όχι».
Όχι γιατί το πιστεύουμε. Αλλά γιατί θέλουμε να συνεχίσουμε να αρέσουμε.
Ίσως δε σε ενοχλεί ότι δεν ζητάει την έγκρισή σου. Ίσως σε ενοχλεί ότι εσύ εξακολουθείς να ζητάς την έγκριση των άλλων. Γιατί οι άνθρωποι που δεν προσπαθούν διαρκώς να γίνουν αρεστοί μάς θυμίζουν κάτι πολύ άβολο: ότι μεγάλο μέρος της ζωής μας ξοδεύεται σε μια αόρατη διαπραγμάτευση αποδοχής.
Μια διαπραγμάτευση που συχνά περνάει απαρατήρητη μέχρι να εμφανιστεί κάποιος που αρνείται να συμμετάσχει. Και τότε γεννιέται το πραγματικό ερώτημα: Αν σταματούσες αύριο να προσπαθείς να σε συμπαθούν όλοι, πόσες από τις επιλογές, τις σχέσεις και τις απόψεις σου θα έμεναν ακριβώς ίδιες;
