Η ζήλια σε μια σχέση, είτε ερωτική είτε όχι, είναι από μόνη της αρνητικό σημάδι, ένδειξη ανασφάλειας, φόβου και ανάγκης για έλεγχο. Υπάρχει περίπτωση, στο πρώτο δείγμα ή στη φράση που θα λεχθεί, αυτό να θεωρηθεί χαριτωμένο και γλυκό, αλλά, πραγματικά, ειλικρινά, δεν είναι. Δεν υπάρχει πιο εμφατικός τρόπος να το πω: δεν είναι. Οδηγεί σε πολύ χειρότερα αποτελέσματα, κάποτε μη αναστρέψιμα, και σίγουρα επικίνδυνα για τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα του ατόμου που τη δέχεται.

Είναι από εκείνα τα συναισθήματα που πάρα πολλοί βιώνουν, αλλά κανένας δεν παραδέχεται. Κάποιοι, στην προσπάθειά τους να καμουφλάρουν τη ζήλια που ενστικτωδώς και αυθόρμητα νιώθουν και θέλουν να εκφράσουν, δεν λένε και δεν δείχνουν κάτι, για να κερδίσουν εντυπώσεις και «συμμάχους». Αυτές οι συμπεριφορές, όμως, είναι βαθιά κακοποιητικές και δείχνουν εμμονή και ανάγκη για απόλυτο έλεγχο. Πέρα από τις πιο εμφανείς και συνηθισμένες συμπεριφορές που βλέπουμε γύρω μας (διαρκής και ασταμάτητος έλεγχος για το πού βρίσκεται, απαγόρευση φιλικών σχέσεων με άτομα του αντίθετου φύλου, έλεγχος των μηνυμάτων και των κοινωνικών δικτύων, επέμβαση στον τρόπο που ντύνεται ο άλλος, ζήλια για την επιτυχία του άλλου), μια πρόσφατη μελέτη προσέγγισε το συναίσθημα της ζήλιας από μια διαφορετική οπτική, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τις σκέψεις που το δημιουργούν αλλά και το τροφοδοτούν.

Σύμφωνα με την έρευνα του Leahy, υπάρχουν 12 «σκέψεις» που τροφοδοτούν τη ζήλια και την καθιστούν μη διαχειρίσιμη. Πρόκειται για στρεβλώσεις, για διαφορετικές ερμηνείες καταστάσεων που οδηγούν σε εσωτερική, ας μου επιτραπεί καταχρηστικά η λέξη, καταστροφή. Η ιδέα πίσω από την έρευνα είναι ότι οι άνθρωποι λένε στον εαυτό τους ιστορίες για τα συναισθήματά τους και πείθονται ότι αυτό το συναίσθημα είναι αληθινό, δεν θα περάσει ποτέ και είναι μοναδικό.

Οι δώδεκα σκέψεις, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι:

Το διάβασμα της σκέψης: Καταφέρνεις να πείσεις τον εαυτό σου ότι ο άλλος κάνει συγκεκριμένες σκέψεις και ενεργείς βάσει αυτών των σκέψεων. Είσαι πεπεισμένος ότι ο άλλος σκέφτεται με συγκεκριμένο τρόπο και δεν κάνεις κανένα λάθος.

Πρόβλεψη του μέλλοντος: Μετατρέπεις τους φόβους σου σε επιβεβαιωμένα γεγονότα και κάνεις αρνητικές σκέψεις σαν να είναι τετελεσμένα. Δεν είναι απλώς ένας φόβος για σένα, είναι σίγουρο, δεδομένο πλέον.

Καταστροφολογία: Καλλιεργείς την πεποίθηση στον εαυτό σου ότι όλα θα πάνε στραβά, όλα θα καταρρεύσουν, όλα θα πάνε κατά διαόλου. Και φτάνεις στο σημείο να πείσεις τον εαυτό σου ότι τίποτα δεν θα πάει όπως τα φανταζόσουν.

Ταμπελοποίηση: Κατηγοριοποιείς τον εαυτό σου και τον εντάσσεις σε συγκεκριμένο πλαίσιο με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και έτσι καθορίζεις την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου. Και δεν μπορείς να απεγκλωβιστείς από όλο αυτό το πλέγμα.

Υποτίμηση των θετικών: Δεν απολαμβάνεις ποτέ τα θετικά των σχέσεων, τις όμορφες στιγμές και τα ευχάριστα συναισθήματα και τα θεωρείς είτε ασήμαντα είτε τυχαία. Καλλιεργείς στον εαυτό σου την ιδέα ότι, ακόμα κι αν περνάς καλά, αυτό δεν θα έχει διάρκεια, θα σταματήσει σύντομα.

Έμφαση στα αρνητικά: Γίνεται υπερβολική εστίαση σε όλες τις αρνητικές ενδείξεις, αγνοώντας όλα τα θετικά. Ακόμα και αν τα υπόλοιπα δεδομένα είναι ευνοϊκά, δίνεις υπερβολική σημασία σε ό,τι αρνητικό συμβαίνει, παραγνωρίζοντας όλα τα υπόλοιπα.

Υπεργενίκευση: Χτίζεις ολόκληρη κοσμοθεωρία με βάση ένα και μόνο περιστατικό, το οποίο φυσικά επιβεβαιώνει αλλά και βασίζεται στους φόβους σου. Δεν ερμηνεύεται το περιστατικό ως μεμονωμένο, αλλά ως κομμάτι ενός γενικότερου πλαισίου.

Μονομερής σκέψη: Βλέπεις τα πράγματα και τις καταστάσεις είτε μόνο θετικά είτε μόνο αρνητικά. Δυστυχώς, λόγω αρνητικών σκέψεων, οδηγείσαι στο συμπέρασμα ότι όλα θα πάνε στραβά· σπανίως σκέφτεσαι ότι όλα θα πάνε καλά. Και, όταν πρόκειται για τη σχέση σου, σκέφτεσαι ότι τίποτα δεν λειτουργεί σωστά, αντί να σκέφτεσαι ότι όλα θα πάνε κατ’ ευχήν.

Επιμονή στα πρέπει: Ακολουθείς υπερβολικά τα «πρέπει» και ένα σύνολο άγραφων κανόνων και αναμένεις/ελπίζεις/θέλεις ο/η σύντροφός σου να ακολουθεί αυτά τα «πρέπει». Όταν αυτό δεν συμβαίνει, απογοητεύεσαι, ακριβώς επειδή είχες τόσες πολλές προσδοκίες.

Προσωποποίηση: Ερμηνεύεις κάθε συμπεριφορά ως αντανάκλαση της δικής σου αξίας και θεωρείς ότι αξίζεις (ή συνήθως δεν αξίζεις) με βάση το τι είπε ο/η σύντροφός σου. Φράσεις όπως «ενώ δεν γελάει ποτέ μαζί μου, γιατί τώρα γέλασε με το αστείο μου; Μήπως με θεωρεί γελοία;» είναι καθαρή παρερμηνεία που σε βασανίζει ψυχολογικά.

Επίρριψη ευθυνών: Δεν αναλαμβάνεις ποτέ την ευθύνη για ό,τι έγινε ή λέχθηκε, αλλά αντίθετα θεωρείς αποκλειστικό υπεύθυνο το ταίρι σου. Μάλιστα, είναι υπεύθυνο και για τη δυστυχία σου, όχι μόνο για την ευτυχία σου, και του επιρρίπτεις ευθύνες για ό,τι γίνει.

Συναισθηματική λογική: Για σένα, ό,τι νιώθεις είναι αλήθεια. Δίνεις βάση στο συναίσθημα και αυτό το συναίσθημα γίνεται λογική. Σκέφτεσαι ότι, για να το νιώθω, πάει να πει ότι είναι αλήθεια.

Είναι πολύ σημαντικό να αναγνωριστούν όλες αυτές οι σκέψεις, όχι για να γεμίσει το άτομο με ενοχές, αλλά για να τις εντοπίσει πριν συσσωρευτούν και επιδεινωθούν. Η συμφιλίωση με την ιδέα είναι το πρώτο βήμα για να λυτρωθεί το άτομο και να κάνει το πρώτο βήμα για να απαλλαγεί από σκέψεις και συναισθήματα που το ταλανίζουν.

 

 

 

Συντάκτης: Χριστιάνα Δεμέναγα