Θέλουμε πραγματικά να ευχαριστήσουμε τη Γεωργία Λύρα. Όχι γιατί συμφωνούμε μαζί της. Το ακριβώς αντίθετο. Αλλά γιατί κάθε τόσο μάς δίνει ένα εξαιρετικό παράδειγμα για το πώς μοιάζει η δημαγωγία όταν ντύνεται με τον μανδύα της «κοινής λογικής».

Αυτή τη φορά αφορμή στάθηκε η υπόθεση με τους δύο Πακιστανούς που κατηγορούνται για παρενόχληση ανηλίκων. Και ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, γιατί δυστυχώς σε τέτοιες συζητήσεις τα βασικά χάνονται πρώτα. Αν κάποιοι άνθρωποι παρενόχλησαν παιδιά, αν αποδειχθεί ότι τέλεσαν αδίκημα, τότε πρέπει να τιμωρηθούν αυστηρά. Τελεία. Δεν υπάρχει αστερίσκος, δεν υπάρχει «ναι μεν αλλά». Όποιος πειράζει παιδιά πρέπει να λογοδοτεί απέναντι στον νόμο με τη βαρύτερη δυνατή ποινή. Και τώρα που ξεκαθαρίσαμε τα αυτονόήτα, προχωράμε.

Το βαθύτερο πρόβλημα ξεκινά όταν από την καταδίκη ενός εγκλήματος περνάμε στην καταδίκη ολόκληρων εθνικοτήτων. Όταν από την απαίτηση για δικαιοσύνη περνάμε στην προτροπή για αυτοδικία. Όταν από το «να συλληφθούν και να δικαστούν» φτάνουμε στο «να πάρουν οι γονείς τον νόμο στα χέρια τους γιατί πού θα τους βρεις και να τους ψάξεις για να τους πας δικαστικά, όλους αυτούς».

Γιατί αυτό ακριβώς ακούστηκε.

 

@lyragew♬ πρωτότυπος ήχος – Λύρα

Σε μια δημοκρατική κοινωνία, το να παίρνει κάποιος τον νόμο στα χέρια του δεν είναι λύση. Είναι το τέλος της έννοιας του κράτους δικαίου. Γιατί αν αποδεχτούμε ότι η οργή δικαιολογεί την αυτοδικία όταν αφορά ανθρώπους που δε συμπαθούμε, τότε αύριο θα πρέπει να την αποδεχτούμε και όταν αφορά ανθρώπους που συμπαθούμε. Οι νόμοι υπάρχουν ακριβώς για να μην αποφασίζει ο καθένας μόνος του ποιος είναι ένοχος και ποια τιμωρία του αξίζει.

Από εκεί και πέρα, το βίντεο είναι προβληματικό και για άλλους λόγους, μιας και δε σταμάτησε στην αυτοδικία. Ακολούθησε ένας ολόκληρος παραληρηματικός μονόλογος για Πακιστανούς, Αφρικανούς, μετανάστες και πρόσφυγες. Με ειρωνείες, γενικεύσεις και προσβολές που δεν στρέφονταν απέναντι σε εγκληματίες, αλλά απέναντι σε ολόκληρες φυλές ανθρώπων.

Πριν από δύο εβδομάδες ακούγαμε από την ίδια, ένα μανιφέστο κατά του pride, στο οποίο υποστήριζε με σθένος ότι πρέπει να σεβόμαστε τη θρησκεία της. Η ίδια, μια βδομάδα μετά,με ρητορική μίσους, προτείνει σαν μια άλλη Λατινοπούλου για ταίζουμε τους μουσουλμάνους χοιρινό, προφανώς “για να μάθουν”. Μήπως ο σεβασμός ισχύει μόνο για ορισμένες θρησκείες;

Κάποιος πιο πονηρεμένος, θα έλεγε ότι όταν ειρωνεύεσαι ανθρώπους με βάση τη θρησκεία τους, όταν χρησιμοποιείς τα θρησκευτικά τους πιστεύω ως αντικείμενο χλευασμού, δεν υπερασπίζεσαι καμία αξία. Κάνεις ακριβώς αυτό που καταγγέλλεις όταν συμβαίνει εις βάρος της δικής σου πλευράς. Ο σεβασμός δεν είναι μενού α λα καρτ. Δεν μπορείς να τον απαιτείς για τον εαυτό σου και να τον αρνείσαι στους άλλους.

Η Γεωργία Λύρα παρουσιάζεται ως φοιτήτρια κοινωνιολογίας. Και πραγματικά αναρωτιόμαστε τι ακριβώς έχει διδαχθεί από αυτή την επιστήμη. Γιατί η κοινωνιολογία, από τη φύση της, προσπαθεί να κατανοήσει τα κοινωνικά φαινόμενα. Να εξετάσει τα αίτια, τις συνθήκες, τις ανισότητες, τις δομές και τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν τις κοινωνίες.

Δεν είναι επιστήμη που διδάσκει το τσουβάλιασμα, ή το ότι οι πράξεις δύο ανθρώπων χαρακτηρίζουν εκατομμύρια άλλους. Δεν είναι επιστήμη που διδάσκει ότι μια εθνικότητα αποτελεί από μόνη της εγκληματολογική κατηγορία. Αντιθέτως, η κοινωνιολογία μάς μαθαίνει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί απέναντι στις γενικεύσεις. Γιατί ακριβώς αυτές οι γενικεύσεις είναι που ιστορικά έχουν οδηγήσει σε διακρίσεις, αποκλεισμούς, ρατσισμό και κοινωνικό διχασμό.

Και μιας και μιλάμε για γεγονότα, ας διορθώσουμε και ένα ακόμη επιχείρημα που ακούγεται συχνά. Το αφήγημα ότι «μπήκε παράνομα στη χώρα, άρα δεν έχει χαρτιά» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όταν κάποιος εισέρχεται στη χώρα και αιτείται άσυλο, καταγράφεται, ταυτοποιείται και εντάσσεται σε συγκεκριμένες διοικητικές διαδικασίες. Το αν θα εγκριθεί ή όχι το αίτημά του είναι άλλο ζήτημα. Το αν δικαιούται να παραμείνει είναι άλλη συζήτηση. Όμως η εικόνα του «αόρατου ανθρώπου χωρίς κανένα στοιχείο» που παρουσιάζεται συχνά στον δημόσιο διάλογο και χρησιμοποιείται σαν όπλο για ρατσιστικό λόγο, δεν είναι η πραγματικότητα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν είναι καν τα λεκτικά λάθη. Είναι το ύφος. Είναι η ευκολία με την οποία κάποιοι μετατρέπουν τον θυμό σε θέαμα. Τον φόβο σε περιεχόμενο. Την κοινωνική ένταση σε αλληλεπίδραση. Γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να φωνάξεις «όλοι ίδιοι είναι», παρά να εξηγήσεις γιατί δεν είναι. Είναι πολύ πιο εύκολο να στοχοποιήσεις μια ομάδα ανθρώπων, παρά να μιλήσεις για τις πραγματικές αιτίες της εγκληματικότητας. Είναι πολύ πιο εύκολο να χαϊδέψεις τα αντανακλαστικά του κοινού που θέλεις να μαζέψεις και ξέρεις πολύ καλά πιο είναι, παρά να το προκαλέσεις να σκεφτεί.

Αντί να συζητάμε για δύο συγκεκριμένους ανθρώπους που κατηγορούνται για μια συγκεκριμένη πράξη, καταλήγουμε να δικάζουμε εκατομμύρια ανθρώπους για κάτι που δεν έκαναν.

Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη. Δεν είναι καν σοβαρός δημόσιος διάλογος.

Είναι απλώς ragebait.