Υπάρχει μια λεπτή γραμμή στο πότε κυνηγάμε μια κατάσταση γιατί τη θέλουμε πραγματικά και πότε εξευτελιζόμαστε. Είναι αυτό το «άμα θέλεις κάτι, το διεκδικείς και πας και το παίρνεις». Αυτό που λέμε, «ο επιμένων νικά». Δείχνεις ενδιαφέρον, κάνεις ένα βήμα παραπάνω, στέλνεις αυτό το ρημάδι το μήνυμα που έχεις γράψει και σβήσει δέκα φορές, ψάχνεις αφορμές για να τα πείτε από κοντά, κάπου βρίσκεις και το θάρρος να προτείνεις να βγείτε και κάπως έτσι δείχνεις, τέλος πάντων, ότι ενδιαφέρεσαι. Ίσως στην εποχή μας όλο αυτό να φαίνεται σαν αδυναμία. Ξέρεις… το ότι ενδιαφέρομαι, ότι έχω αισθήματα. Προφανώς και δεν υπάρχει κάτι ωραιότερο από το να προσπαθούμε για κάτι που ποθούμε. Αλλά, δυστυχώς, είναι τέτοια η εποχή που ακόμα και τα αυτονόητα μάς φαίνονται σπάνια και περίεργα.

Υπάρχει όμως και μια άλλη περίπτωση, πιο δύσκολη και πιο περίπλοκη. Και αυτό συμβαίνει όταν όλη η προσπάθεια είναι μονόπλευρη. Όταν κάθε φορά είσαι εσύ που ψάχνεις, που περιμένεις ένα μήνυμα, ένα τηλέφωνο, και δεν έρχεται ποτέ, και καταλήγεις να δικαιολογείς καταστάσεις και πράγματα που δεν θα έπρεπε. Κι ας το ξέρεις βαθιά μέσα σου ότι όποιος θέλει, θα βρει τον τρόπο να βρεθεί μέσα στη ζωή σου. Και εκεί, λοιπόν, τα πράγματα αλλάζουν τροχιά. Και ο επιμένων κάπου χάνει την αξιοπρέπειά του και κάπου εξευτελίζεται. Επιμένουμε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, μένουμε λίγο παραπάνω, ζητώντας πράγματα από ανθρώπους που δεν είναι πρόθυμοι να δώσουν. Και μένουμε απλά γιατί δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι αυτή η ιστορία δεν γράφτηκε όπως ακριβώς την είχαμε σχεδιάσει στο μυαλό μας, ελπίζοντας πως τα πράγματα θα αλλάξουν. Και επιμένουμε γιατί φοβόμαστε περισσότερο την απώλεια, που μεταξύ μας δεν υπήρξε ποτέ ουσιαστικά, για να υπάρχει και απώλεια. Και δίχως να το καταλάβουμε περνάμε τη γραμμή του αν ο επιμένων νικά ή απλά εξευτελιζόμαστε. Μια γραμμή τόσο λεπτή, που δεν αντιλαμβανόμαστε πού στεκόμαστε, παρά μονάχα όταν την έχουμε ήδη περάσει.

Πέρα από τον φόβο της απόρριψης και της απώλειας, υπάρχει και ο φόβος της ευαισθησίας. Ομολογώ ότι η δική μου γενιά, η λεγόμενη σημερινή γενιά, έχει μεγαλώσει για να κρατάει άμυνες. Ξέρεις… αυτός που δείχνει ενδιαφέρον πρώτος, χάνει. Και όποιος εκφράζει αυτά που νιώθει, βγαίνει ο «αδύναμος» της ιστορίας. Και κάπως έτσι καταλήγουμε να σωπαίνουμε και να καταπίνουμε τα «θέλω» μας. Κρύβουμε όσα νιώθουμε, απλά από φόβο μήπως και δεν ακούσουμε τα ίδια από την άλλη πλευρά. Η πραγματικότητα, όμως, διαφέρει.

Κανείς δεν εξευτελίζεται εκφράζοντας τα «θέλω» του ή δείχνοντας ενδιαφέρον και αγάπη. Εξευτελίζεσαι μόνο όταν μένεις και παρακαλάς σε μια κατάσταση όπου ο άλλος έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν θέλει να δώσει όλα όσα πρέπει. Καμία αληθινή αγάπη δεν μοιάζει με αγώνα δρόμου, με τον έναν να τρέχει μόνος του. Και καμία αγάπη δεν απαιτεί να αποδεικνύεις την αξία σου για να σε επιλέξει κάποιος. Γιατί, προφανώς, όποιος θέλει, ξέρει και μπορεί να βρει τον τρόπο. Και όποιος θέλει να είναι μαζί σου, δεν σε αφήνει να ταλαντεύεσαι και να αναρωτιέσαι καθημερινά αν έχεις θέση ή όχι στη ζωή του. Και ίσως, τελικά, να είναι πιο δύσκολο να αποδεχτείς μια κατάσταση παρά να αφήσεις έναν άνθρωπο μακριά από τη ζωή σου. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η διαφορά.

Το αν ο επιμένων νικά ή απλά εξευτελίζεται εξαρτάται από τον τρόπο που γίνεται. Αυτό που πραγματικά ποθείς αξίζει να το διεκδικείς με δύναμη. Το να κυνηγάς, όμως, κάποιον που ολοένα απομακρύνεται είναι σαν να κρατάς ένα σχοινί που τραβιέται διαρκώς από την άλλη πλευρά. Κι όσο περισσότερο το κρατάς, τόσο περισσότερο πληγώνονται τα χέρια σου. Και, στην τελική, το μόνο που χρειάζεται είναι απλώς δύο άνθρωποι που, έστω και διαφορετικοί, επιλέγουν να βαδίζουν παρέα προς την ίδια κατεύθυνση. Οπότε ότι επιθυμείτε να το διεκδικείται με δύναμη αλλά με όριο.

Συντάκτης: Τόνια Κωνσταντίνου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη