Αφιερωμένο σ’ ένα φίλο που η ζωή του πήρε άλλη τροπή δεν θα γυρίσει σήμερα σπίτι του στους ανθρώπους που αγαπά. Πρέπει στη κάθε μέρα να δίνουμε τη σημαντικότητα που της αρμόζει.
Ξυπνάω δύσκολα το πρωί.
Το πρώτο ξυπνητήρι χτυπά στις 07:00.
Το δεύτερο στις 07:15.
Δεν θυμάμαι ποτέ το διάστημα ανάμεσά τους.
Σαν κάποιος να έσβησε δεκαπέντε λεπτά από τη ζωή μου και να μην άφησε ούτε ίχνος πίσω.
Σηκώνομαι.
Πηγαίνω στην τουαλέτα.
Ρίχνω λίγο νερό στο πρόσωπό μου.
Σκουπίζω βιαστικά τα γένια μου.
Πίνω ένα ποτήρι νερό.
Ντύνομαι.
Παίρνω το κολατσιό.
Ανοίγω την πόρτα.
Μπαίνω στο αυτοκίνητο.
Όλα γίνονται σωστά.
Όλα γίνονται στην ώρα τους.
Όλα γίνονται μηχανικά.
Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή την αλυσίδα τέλειων κινήσεων, εμφανίζεται μια τρομακτική ερώτηση.
Αν όλα γίνονται μηχανικά…
πού είμαι εγώ;
Το σώμα μου βρίσκεται στο αυτοκίνητο.
Τα χέρια μου κρατούν το τιμόνι.
Τα μάτια μου κοιτούν τον δρόμο.
Αλλά εγώ;
Πού ακριβώς βρίσκομαι;
Γιατί υπάρχουν πρωινά που νιώθω πως το σώμα μου έχει ήδη φύγει για τη δουλειά και η ψυχή μου προσπαθεί ακόμη να ξυπνήσει.
Κοιτάζω τα φανάρια να αλλάζουν χρώμα.
Ακούω αυτοκίνητα.
Βλέπω ανθρώπους.
Όμως τίποτα δεν αγγίζει πραγματικά τη συνείδησή μου.
Σαν να παρακολουθώ τη ζωή πίσω από ένα τζάμι.
Σαν να ζω μια ζωή που συμβαίνει σε κάποιον άλλον.
Και τότε καταλαβαίνω κάτι που με τρομάζει περισσότερο από τον θάνατο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πεθαίνουν μία φορά.
Πεθαίνουν λίγο λίγο.
Κάθε μέρα.
Κάθε φορά που σταματούν να προσέχουν.
Κάθε φορά που ζουν χωρίς να είναι παρόντες.
Κάθε φορά που η συνήθεια νικά τη συνείδηση.
Η μεγαλύτερη πλάνη του ανθρώπου είναι ότι θεωρεί δεδομένο πως επειδή η καρδιά του χτυπά, ζει.
Όχι.
Η καρδιά είναι απλώς μια αντλία.
Η ζωή είναι κάτι άλλο.
Ζωή είναι να νιώθεις τον αέρα όταν ακουμπά το πρόσωπό σου.
Να παρατηρείς το παιδί σου όταν γελά.
Να ακούς πραγματικά τον άνθρωπο που κάθεται απέναντί σου.
Να κοιτάζεις ένα ηλιοβασίλεμα χωρίς να ψάχνεις το κινητό σου.
Να είσαι εδώ.
Τώρα.
Σε αυτή τη στιγμή.
Αλλά εμείς ζούμε αλλού.
Το σώμα στο παρόν.
Το μυαλό στο αύριο.
Ή στο χθες.
Ποτέ εδώ.
Ποτέ τώρα.
Ποτέ πραγματικά ζωντανοί.
Και έτσι περνούν οι μέρες.
Η μία πίσω από την άλλη.
Ώσπου ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι ότι δεν πέρασαν μέρες.
Πέρασαν χρόνια.
Άνθρωποι γέρασαν.
Παιδιά μεγάλωσαν.
Μαλλιά άσπρισαν.
Φίλοι χάθηκαν.
Γονείς έφυγαν.
Και εσύ δεν θυμάσαι σχεδόν τίποτα.
Όχι επειδή δεν συνέβη.
Αλλά επειδή δεν ήσουν εκεί όταν συνέβαινε.
Ήσουν απασχολημένος να σκέφτεσαι τη ζωή αντί να τη ζεις.
Το βράδυ γυρίζω σπίτι.
Τρώω.
Κοιτάζω το κινητό.
Διαβάζω λέξεις που αύριο δεν θα θυμάμαι.
Βλέπω εικόνες που δεν θα αφήσουν κανένα αποτύπωμα μέσα μου.
Ξαπλώνω.
Κλείνω τα μάτια.
Και τότε έρχεται η πιο επικίνδυνη σκέψη της ημέρας.
«Πέρασε άλλη μία μέρα.»
Όχι.
Δεν πέρασε άλλη μία μέρα.
Έφυγε άλλη μία μέρα.
Υπάρχει διαφορά.
Η λέξη «πέρασε» κρύβει μια υπόσχεση ότι ίσως επιστρέψει.
Η λέξη «έφυγε» δεν αφήνει καμία αμφιβολία.
Χάθηκε για πάντα.
Κάπου στον κόσμο υπάρχει ήδη η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Υπάρχει ήδη το τελευταίο πρωινό μου.
Το τελευταίο ποτήρι νερό.
Η τελευταία διαδρομή.
Η τελευταία αγκαλιά.
Η τελευταία φορά που θα δω τον ουρανό.
Και το τραγικό είναι ότι όταν έρθει εκείνη η μέρα δεν θα γνωρίζω ότι είναι η τελευταία.
Όπως ακριβώς δεν γνώριζα ποια ήταν η τελευταία φορά που με πήρε αγκαλιά η μητέρα μου σαν παιδί.
Ή η τελευταία φορά που είδα έναν αγαπημένο φίλο πριν χαθεί από τη ζωή μου.
Οι τελευταίες φορές δεν ανακοινώνουν ποτέ την άφιξή τους.
Έρχονται αθόρυβα.
Και φεύγουν χωρίς να αποχαιρετήσουν.
Γι’ αυτό αναρωτιέμαι.
Πόσες μέρες ακόμη θα σκοτώσω πριν καταλάβω ότι δεν μου ανήκουν;
Πόσα πρωινά θα ξυπνήσω μηχανικά;
Πόσα ηλιοβασιλέματα θα προσπεράσω;
Πόσες αγκαλιές θα αναβάλω;
Πόσα «σ’ αγαπώ» θα αφήσω για αργότερα;
Και αν συνεχίσω έτσι…
θα μπορώ άραγε να πω ότι έζησα;
Ή απλώς ότι επιβίωσα;
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη τραγωδία να μην είναι ο θάνατος.
Ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία να είναι να φτάσεις στο τέλος της ζωής σου και να ανακαλύψεις ότι ήσουν παρών σε χιλιάδες ημέρες…
αλλά δεν έζησες ούτε μία.
Γι’ αυτό, πριν κοιμηθείς απόψε, κράτησε ενός λεπτού σιγή.
Όχι για εκείνους που έφυγαν.
Αλλά για όλες τις μέρες που έφυγαν χωρίς να τις ζήσεις.
Και ύστερα, αύριο το πρωί, όταν το ξυπνητήρι χτυπήσει στις 07:00…
μη σηκωθείς απλώς.
Ξύπνα…
Συντάκτης: Κπτ. Γιώργος Μπαρμπαρής
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη