Έντονες αντιδράσεις προκάλεσε μια δήλωση της Λουπίτα Νιόνγκο κατά τη διάρκεια της προώθησης της νέας κινηματογραφικής μεταφοράς της «Οδύσσειας» από τον Κρίστοφερ Νόλαν. Η βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιός, η οποία στην ταινία υποδύεται τόσο την Ωραία Ελένη όσο και την Κλυταιμνήστρα, κλήθηκε σε συνέντευξή της στο κανάλι Jake’s Takes στο YouTube να απαντήσει σε μια υποθετική ερώτηση: τι θα έλεγε στον Όμηρο αν είχε την ευκαιρία να τον συναντήσει.
Η απάντησή της, ήταν το λιγότερο spicy.
«Λοιπόν, Όμηρε, πώς νιώθεις για τον χρόνο που αφιερώνεται σε αυτές τις γυναίκες στην ταινία, λαμβάνοντας υπόψη πόσο λίγο χρόνο αφιέρωσες εσύ σε αυτές;», είπε χαρακτηριστικά, αφήνοντας να εννοηθεί πως θεωρεί ότι οι γυναικείοι χαρακτήρες στα ομηρικά έπη δεν αναπτύσσονται όσο θα έπρεπε.
Η τοποθέτησή της άνοιξε αμέσως έναν νέο γύρο συζητήσεων στα social media, με αρκετούς χρήστες να τη χαρακτηρίζουν άστοχη ή ακόμη και αλαζονική.
«Δε γνώριζα τίποτα για την Οδύσσεια»
Οι επικρίσεις έγιναν ακόμη πιο έντονες επειδή η ίδια η ηθοποιός είχε παραδεχτεί στο παρελθόν ότι πριν αναλάβει τον ρόλο δεν είχε καμία επαφή με το έργο του Ομήρου.
«Πραγματικά δεν είχα ιδέα τι ήταν η “Οδύσσεια”. Σκέφτηκα “Ωχ, δεν ξέρω απολύτως τίποτα γι’ αυτό”. Έτσι ήταν ένα εντατικό μάθημα. Πήρα τα βιβλία και τα διάβασα αμέσως. Πρέπει να ευχαριστήσω αυτή την ταινία για την εκπαίδευσή μου στην ελληνική μυθολογία», είχε δηλώσει. Παράλληλα, σε άλλη συνέντευξή της είχε εξηγήσει πως θεωρεί ότι τόσο η «Ιλιάδα» όσο και η «Οδύσσεια» αφηγούνται τα γεγονότα κυρίως μέσα από μια ανδρική οπτική.
Όπως ανέφερε, η κινηματογραφική μεταφορά του Κρίστοφερ Νόλαν επιχειρεί να δώσει μεγαλύτερο χώρο στις γυναίκες της ιστορίας, παρουσιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ο πόλεμος επηρέασε χαρακτήρες όπως η Ωραία Ελένη και η Κλυταιμνήστρα.
Η δήλωσή της δεν άργησε να γίνει viral.
Ανάμεσα στα σχόλια που κυριάρχησαν ήταν: «Δεν είχε ιδέα από Όμηρο και τώρα τον κρίνει», «Διάβασε ποτέ της τα έργα πριν μιλήσει;» αλλά και πιο αιχμηρές τοποθετήσεις, όπως ότι «κανείς δε θα τη θυμάται σε 3.000 χρόνια, ενώ ο Όμηρος εξακολουθεί να διαβάζεται μέχρι σήμερα».
Μπορούμε να κρίνουμε τον Όμηρο με τα μέτρα του 2026;
Είναι απολύτως θεμιτό κάθε νέα γενιά να διαβάζει τα κλασικά έργα μέσα από το δικό της πρίσμα. Να αναζητά γυναικείες φωνές, να εντοπίζει κοινωνικές ανισότητες ή να συζητά πώς παρουσιάζονταν οι ρόλοι των φύλων πριν από χιλιάδες χρόνια. Αυτή ακριβώς είναι η δύναμη των μεγάλων έργων: ότι συνεχίζουν να προκαλούν διάλογο. Άλλο, όμως, είναι να διαβάζεις ένα έργο με σύγχρονη ματιά και άλλο να απαιτείς από έναν δημιουργό του 8ου αιώνα π.Χ. να είχε τις ίδιες κοινωνικές αντιλήψεις με έναν άνθρωπο του 21ου αιώνα. Ο Όμηρος δεν έγραφε για έναν κόσμο που γνώριζε τη σύγχρονη έννοια της ισότητας των φύλων, ούτε απευθυνόταν σε μια κοινωνία που είχε τις ίδιες αξίες με τις σημερινές. Τα έργα του αποτελούν προϊόντα της εποχής τους και, ακριβώς γι’ αυτό, έχουν τεράστια ιστορική και πολιτιστική αξία.
Αν αρχίσουμε να αξιολογούμε κάθε ποιητή, συγγραφέα ή φιλόσοφο του παρελθόντος αποκλειστικά με τα σημερινά κοινωνικά κριτήρια, τότε κινδυνεύουμε να χάσουμε κάτι πολύ σημαντικό: την ικανότητα να κατανοούμε την ιστορία αντί να την δικάζουμε. Αυτό δε σημαίνει ότι τα κλασικά έργα δεν επιδέχονται κριτικής. Κάθε άλλο. Η λογοτεχνία υπάρχει και για να συζητιέται, να επανερμηνεύεται και να αμφισβητείται. Όμως η κριτική αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν συνοδεύεται από ιστορικό πλαίσιο.
Αναρωτιόμαστε αν ο Όμηρος έγραψε τότε όπως θα γράφαμε σήμερα; Ή μήπως αξίζει να στρέψουμε την ερώτηση για το, πώς γίνεται ένα έργο που δημιουργήθηκε πριν από σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια να εξακολουθεί να γεννά συζητήσεις, διαφωνίες και νέες αναγνώσεις μέχρι σήμερα; Ίσως αυτό, από μόνο του, να λέει πολλά για τη διαχρονικότητά του.