Σ’ εκείνο το στενό
τρέχοντας, ήπια τη θάλασσα και πνίγηκα.
Η διαδρομή του φάνταζε σαν παραμύθι.
Λειψό παραμύθι.
Χειρότερη κι από την «Ωραία Κοιμωμένη» ήμουν εγώ…
Μια διαδρομή στολισμένη με μάτια σκοτεινά,
που ούτε λίγο από το φως τους δε μου δόθηκε.
Κι εγώ αναρριχήθηκα στους τοίχους της ψυχής τους,
σαν μια αφυδατωμένη βουκαμβίλια.
Αφυδατωμένη…
Με άφησες να μεθύσω από τη χαμογελαστή σου ανυπαρξία.
Στο πολύ «παραδομένο» δικό μου
και στο πολύ «απόν» δικό σου.
Αμίλητα συνεχίζω τη μάχη.
Μια μάχη στην οποία, ακλόνητα, επιστρέφεις
και θέλεις να αποκεφαλίσεις τη λύτρωσή της.
Με καρδιά στυμμένη από τα δάκρυα,
μάτια ραμμένα
και χέρια αλυσοδεμένα.
Συνεχίζω.
Όχι για να σου παραχωρήσω τη νίκη,
αλλά για να μη σου φιλήσω τα μάτια,
όταν θα με καρφώσουν ξανά,
ατρόμητα
και με πάθος.
Δεν έμαθες να συνομιλείς
με τη δοτικότητα.
Αγνάντι ψηλά,
μια εκκλησιά βάλσαμο.
Σαν την κοιτώ καθημερινά,
δεν ξεχνώ να θυμάμαι
πώς να τρέφω την ανθρωπιά μου.
