Υπάρχουν έρωτες που τελειώνουν και, όσο κι αν πονάνε, κάποια στιγμή τους αποχαιρετάς. Υπάρχουν όμως και έρωτες που επιμένουν να σε στοιχειώνουν, όχι επειδή ο άνθρωπος ήταν τόσο ξεχωριστός, αλλά επειδή ποτέ δεν πρόλαβες να τον γνωρίσεις πραγματικά.
Ίσως η μεγαλύτερη παγίδα του έρωτα να μην είναι η απόρριψη ούτε η προδοσία. Ίσως να είναι η φαντασία. Εκείνη η αθόρυβη δύναμη που παίρνει λίγες στιγμές, λίγες κουβέντες, λίγα βλέμματα και χτίζει μια ολόκληρη ιστορία. Μια ιστορία που πολλές φορές δεν υπήρξε ποτέ. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει μια παράξενη συνήθεια. Δεν αντέχει τα κενά.
Όταν δεν ξέρει, σπάνια μένει στο «δεν ξέρω». Προτιμά να συμπληρώσει μόνος του ό,τι λείπει. Ένα μήνυμα που άργησε να έρθει αποκτά δεκάδες ερμηνείες. Μια αόριστη υπόσχεση μετατρέπεται σε βεβαιότητα. Μια μικρή πράξη ενδιαφέροντος γίνεται απόδειξη ενός μεγάλου έρωτα. Και χωρίς να το καταλάβουμε, σταματάμε να βλέπουμε αυτό που υπάρχει και αρχίζουμε να βλέπουμε αυτό που έχουμε ανάγκη να υπάρχει.
Όταν κάποιος είναι ασαφής, δεν εξηγείται, δεν ξεκαθαρίζει τι αισθάνεται και αφήνει περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντήσεις. Έτσι δεν μένουμε απλώς με ερωτηματικά.
Τα γεμίζουμε.
Με ελπίδα.
Με προσδοκίες.
Με ιστορίες.
Και, τις περισσότερες φορές…με τον άνθρωπο που θα θέλαμε να υπάρχει.
Γι’ αυτό οι συναισθηματικά μη διαθέσιμοι αφήνουν τόσο έντονο αποτύπωμα. Όχι απαραίτητα επειδή αγαπούν λιγότερο ή πληγώνουν περισσότερο, αλλά επειδή αφήνουν κενά. Και τα κενά είναι το αγαπημένο υλικό της φαντασίας, γιατί εκεί δεν χρειάζεται να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα.
Ίσως γι’ αυτό οι πιο σταθεροί άνθρωποι να μην μοιάζουν ποτέ τόσο συναρπαστικοί. Είναι ξεκάθαροι. Είναι συνεπείς. Δεν αφήνουν χώρο να τους φανταστείς διαφορετικούς από αυτό που είναι. Αντίθετα, ο άνθρωπος που εμφανίζεται και εξαφανίζεται, που μιλά λίγο, που δεν ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του, αφήνει πίσω του άδεια σημεία.
Όταν κάποιος δεν αποκαλύπτεται, δεν σταματάμε να τον γνωρίζουμε. Συχνά αρχίζουμε να τον επινοούμε. Του δίνουμε προθέσεις που δεν εξέφρασε, συναισθήματα που δεν ομολόγησε και ένα μέλλον που δεν υποσχέθηκε ποτέ. Τον αγαπάμε πριν προλάβει να μας δείξει ποιος είναι.
Κάπως έτσι δεν ερωτευόμαστε μόνο τον άνθρωπο. Ερωτευόμαστε την πιθανότητα. Την εκδοχή του που γράψαμε μόνοι μας. Και όσο πιο λίγα ξέρουμε, τόσο περισσότερα συμπληρώνει το μυαλό μας.
Ίσως αυτό να συμβαίνει γιατί κανείς δεν ερωτεύεται με απόλυτη αντικειμενικότητα. Στον έρωτα δεν συναντιούνται μόνο δύο άνθρωποι. Συναντιούνται δύο ιστορίες. Όσα μας έλειψαν. Όσα μας πλήγωσαν. Όσα περιμέναμε χρόνια να ακούσουμε.
Κι έτσι, πολλές φορές, δεν αγαπάμε τον άλλον γι’ αυτό που είναι.
Τον αγαπάμε γι’ αυτό που ελπίζουμε ότι θα θεραπεύσει μέσα μας.
Κι όμως, το πιο παράξενο δεν είναι ότι πλάθουμε μια ψευδαίσθηση. Είναι ότι συνεχίζουμε να την αγαπάμε ακόμη κι όταν η πραγματικότητα κάνει τα πάντα για να τη διαλύσει.
Δεν μένουμε πάντα επειδή ο άλλος μάς δίνει αρκετά. Μένουμε επειδή μας δίνει ακριβώς τόσο, όσο χρειάζεται για να συνεχίσουμε να ελπίζουμε.
Ένα μήνυμα ύστερα από μέρες σιωπής.
Μια υπόσχεση χωρίς ημερομηνία.
Ένα βλέμμα που μπορεί να ερμηνευτεί με δεκάδες τρόπους.
Και ξαφνικά η ιστορία που είχε αρχίσει να καταρρέει, ξαναζωντανεύει.
Δεν ερωτεύεσαι την παρουσία.
Εθίζεσαι στην πιθανότητα ότι αύριο θα γίνει αυτό που περίμενες από την αρχή.
Ίσως γι’ αυτό δεν μας στοιχειώνουν πάντα όσοι μας αγάπησαν περισσότερο. Μας στοιχειώνουν εκείνοι που δεν πρόλαβαν ποτέ να γίνουν πραγματικοί. Γιατί η πραγματικότητα έχει όρια. Η φαντασία δεν έχει κανένα.
Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να φύγουμε. Δεν είναι ότι δεν βλέπουμε την αλήθεια. Είναι ότι κάθε τόσο εμφανίζεται μια μικρή εξαίρεση που μας πείθει να την αμφισβητήσουμε.
Και ο άνθρωπος έχει μια αδυναμία.
Προτιμά μια μικρή πιθανότητα ευτυχίας από μια βέβαιη απογοήτευση.
Ίσως να θυμήθηκες ήδη κάποιον διαβάζοντας αυτές τις γραμμές. Κάποιον που περίμενες να απαντήσει. Κάποιον που δικαιολογούσες κάθε φορά που εξαφανιζόταν. Κάποιον που έλεγες πως «απλώς δυσκολεύεται να εκφραστεί», πως «φοβάται», πως «χρειάζεται χρόνο».
Και χωρίς να το καταλάβεις, άρχισες να εξηγείς τη συμπεριφορά του καλύτερα απ’ όσο την εξηγούσε ο ίδιος. Και κάπου εκεί, η ιστορία έπαψε να αφορά εκείνον.
Άρχισε να αφορά όλα όσα είχες ανάγκη να πιστέψεις.
Κι αν τελικά δεν σου λείπει ο άνθρωπος…αλλά η ιστορία που έγραψες γι’ αυτόν;
Υπάρχει πάντα μια στιγμή που η ψευδαίσθηση δεν αντέχει άλλο. Μια στιγμή που ο άνθρωπος απέναντί σου δεν αλλάζει. Απλώς σταματάς να τον μεταφράζεις. Και τότε δεν πονάει μόνο αυτό που βλέπεις. Πονάει που καταλαβαίνεις πόσο καιρό αρνιόσουν να το δεις.
Γι’ αυτό κάποιοι χωρισμοί μοιάζουν αβάσταχτοι. Δεν αποχαιρετάς μόνο έναν άνθρωπο. Αποχαιρετάς όλες τις σκηνές που έπαιξαν μόνο μέσα στο μυαλό σου. Το ταξίδι που δεν έγινε ποτέ. Το σπίτι που δεν αποκτήσατε. Τις Κυριακές που δεν ζήσατε. Το μέλλον που είχες ήδη κατοικήσει μέσα σου. Και είναι πολύ δύσκολο να πενθήσεις κάτι που δεν έζησες ποτέ, αλλά το ένιωσες σαν να ήταν ήδη δικό σου. Δεν πενθείς αναμνήσεις. Πενθείς υποσχέσεις που δεν δόθηκαν ποτέ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη βρίσκεται πάντα σε εκείνον που απομακρύνθηκε. Ούτε ότι όποιος είναι συναισθηματικά μη διαθέσιμος λειτουργεί συνειδητά. Σημαίνει όμως ότι, όταν η πραγματικότητα αφήνει μεγάλα κενά, η φαντασία μας σπεύδει να τα γεμίσει.
Η ψυχολογία περιγράφει εδώ και χρόνια αυτόν τον μηχανισμό ως ιδανικοποίηση και προβολή. Όταν δεν γνωρίζουμε πραγματικά έναν άνθρωπο, ο νους μας συμπληρώνει τα κενά με δικές μας προσδοκίες, επιθυμίες και ανάγκες. Έτσι, δεν σχετιζόμαστε μόνο με αυτόν που έχουμε απέναντί μας, αλλά και με την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει για εκείνον. Κι όσο πιο μακριά βρίσκεται αυτή η εικόνα από την πραγματικότητα, τόσο πιο οδυνηρή γίνεται η στιγμή που οι δύο συγκρούονται.
Ίσως τελικά οι πιο μεγάλοι έρωτες να μην είναι πάντα οι πιο αληθινοί. Ίσως να είναι εκείνοι που έμειναν ανολοκλήρωτοι. Γιατί όταν η πραγματικότητα δεν πρόλαβε να δείξει ποια πραγματικά είναι, η φαντασία ανέλαβε να γράψει το τέλος της ιστορίας. Και η φαντασία, όσο όμορφα κι αν γράφει, δεν έχει καμία υποχρέωση να είναι αληθινή.
Ίσως τελικά ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος να μην είναι εκείνος που είπε τα περισσότερα ψέματα. Ίσως να είναι εκείνος που είπε τόσο λίγα, ώστε να γράψουμε εμείς την υπόλοιπη ιστορία.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή αλήθεια.
Δεν μας ράγισε πάντα την καρδιά ένας άνθρωπος.
Μερικές φορές…μας τη ράγισε η εκδοχή του που δημιουργήσαμε εμείς.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
